μικρός

Usages of μικρός

Ο σκύλος είναι μεγάλος και η γάτα είναι μικρή.
The dog is big and the cat is small.
Το δωμάτιό μου είναι μικρό, αλλά το τραπέζι είναι μεγάλο.
My room is small, but the table is big.
Το παράθυρο που κλείνεις είναι μικρό.
The window that you are closing is small.
Θέλουμε να νοικιάσουμε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο κέντρο.
We want to rent a small apartment near the center.
Η χώρα μας είναι μικρή, αλλά έχει πολλές ωραίες πόλεις.
Our country is small, but it has many nice cities.
Το διαμέρισμά μας είναι μικρό, αλλά ωραίο.
Our apartment is small, but nice.
Έκανα κράτηση για δύο νύχτες σε ένα μικρό ξενοδοχείο.
I made a reservation for two nights in a small hotel.
Το περιοδικό έχει πάντα ένα μικρό θέμα για τέχνη και ένα για αθλήματα.
The magazine always has a small topic about art and one about sports.
Ο φίλος μου παίζει ποδόσφαιρο σε μια μικρή ομάδα στην πόλη.
My friend (male) plays football on a small team in the city.
Στο εστιατόριο ο κάθε πελάτης και η κάθε πελάτισσα γράφουν τη γνώμη τους σε μια μικρή σημείωση.
At the restaurant each male customer and each female customer write their opinion on a small note.
Ο δάσκαλος γράφει μια μικρή σημείωση στο τετράδιό μου όταν δεν καταλαβαίνω καλά.
The (male) teacher writes a small note in my notebook when I don’t understand well.
Τον χειμώνα κάνουμε μικρή βόλτα όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλή και έχει χιόνι.
In winter we take a short walk when the temperature is low and it is snowing.
Την Παρασκευή η αδερφή μου έχει γενέθλια και κάνουμε ένα μικρό πάρτι.
On Friday my sister has a birthday and we are having a small party.
Στα γενέθλιά της θέλει μόνο ένα βιβλίο, αλλά εγώ της παίρνω και ένα μικρό δώρο για το όνειρό της.
For her birthday she wants only one book, but I also get her a small gift for her dream.
Κάθε καλοκαίρι μένω σε ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα στην παραλία.
Every summer I stay in a small hotel next to the beach.
Αυτό το δέντρο είναι το πιο ψηλό στο πάρκο και πίσω του υπάρχει ένας μικρός τοίχος και δίπλα του ένα κοντό δέντρο.
This tree is the tallest in the park and behind it there is a small wall and next to it a short tree.
Ξέρω ότι ο δρόμος μέχρι το όνειρό μου είναι μακρύς, αλλά κάθε μέρα κάνω τουλάχιστον ένα μικρό βήμα.
I know that the road to my dream is long, but every day I take at least one small step.
Σήμερα κάνω ένα μικρό βήμα για το όνειρό μου.
Today I take a small step for my dream.
Την Κυριακή έχουμε γιορτή στο σπίτι και κάνουμε μικρό πάρτι.
On Sunday we have a celebration at home and we are having a small party.
Για τα γενέθλιά της γράφω μια κάρτα με μικρό μήνυμα.
For her birthday I write a card with a small message.
Μένω σε ήσυχη γειτονιά, αλλά η φίλη μου μένει σε μικρό χωριό.
I live in a quiet neighborhood, but my friend lives in a small village.
Στη γειτονιά μου δεν έχει πολύ φύση, μόνο ένα μικρό πάρκο για περίπατο.
In my neighborhood there is not much nature, only a small park for a walk.
Η απόσταση από το σπίτι μου μέχρι την εταιρεία είναι μικρή, οπότε πηγαίνω με τα πόδια.
The distance from my house to the company is small, so I go on foot.
Δεν θέλω να κάνω κάτι δύσκολο, απλώς βγαίνω για έναν μικρό περίπατο στη φύση.
I don’t want to do something difficult, I simply go out for a short walk in nature.
Ο γάμος της ξαδέρφης μου έγινε σε μια μικρή εκκλησία στην παλιά γειτονιά.
My cousin’s (female) wedding took place in a small church in the old neighborhood.
Το μπάνιο είναι μικρό αλλά καθαρό.
The bathroom is small but clean.
Στην κουζίνα έχω ένα μεγάλο τηγάνι και μια μικρή κατσαρόλα.
In the kitchen I have a large frying pan and a small pot.
Όταν δοκιμάζω μια καινούρια συνταγή, κρατάω ένα μικρό σημείωμα στο τετράδιό μου.
When I try a new recipe, I keep a small note in my notebook.
Στη θάλασσα κοντά στο νησί κολυμπούν μικρά ψάρια και μεγάλα ψάρια.
In the sea near the island small fish and big fish are swimming.
Οι πληροφορίες για την εκδρομή θα γραφτούν σε ένα μικρό σημείωμα.
The information about the excursion will be written on a small note.
Ενημερώνομαι για το πρόγραμμα της εκδρομής με ένα μικρό σημείωμα.
I get informed about the schedule of the excursion with a small note.
Μένω σε μία μικρή πόλη.
I live in a small city.
Σε μερικά μικρά μαγαζιά δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσεις κάρτα, μόνο μετρητά.
In some small shops it is not allowed to use a card, only cash.
Σε άλλες περιπτώσεις το πρόβλημα είναι μικρό, αλλά δεν θέλω ποτέ να δω φίλο μου στη φυλακή, γι’ αυτό του λέω να προσέχει τους κανόνες.
In other cases the problem is small, but I never want to see a friend of mine in prison, so I tell him to pay attention to the rules.
Στο γραφείο σήμερα παρουσιάζω ένα μικρό σχέδιο για την ασφάλεια στο κτίριο.
At the office today I am presenting a small plan for safety in the building.
Προσκαλώ τη συνάδελφό μου σε μια μικρή γιορτή στο σπίτι.
I invite my colleague (female) to a small celebration at home.
Όταν ήμουν παιδί, ονειρευόμουν να ταξιδεύω και να έχω μια μικρή επιτυχία κάθε μέρα.
When I was a child, I dreamed of traveling and of having a small success every day.
Η τάξη μας είναι μικρή, αλλά όλοι μιλάμε πολύ ελληνικά.
Our class is small, but we all speak a lot of Greek.
Εγώ συμβουλεύω τη φίλη μου να γράφει τις νέες λέξεις σε ένα μικρό τετράδιο.
I advise my (female) friend to write the new words in a small notebook.
Το Σάββατο θα πάμε σε μια μικρή ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.
On Saturday we will go to a small taverna next to the sea.
Στο σαλόνι βάζω τον καφέ μου πάνω στο μικρό τραπεζάκι.
In the living room I put my coffee on the small coffee table.
Κάθε κανόνας στη γραμματική έχει πάντα μία μικρή εξαίρεση.
Every rule in grammar always has a small exception.
Στο φροντιστήριο έχουμε μικρή τάξη και μιλάμε κυρίως ελληνικά.
At the language school we have a small class and we speak mainly Greek.
Μετά από λίγο μάθημα κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα για καφέ.
After a bit of class we take a short break for coffee.
Ο υπολογιστής μου δεν λειτουργεί καλά σήμερα, μάλλον λόγω μιας μικρής καθυστέρησης στο ίντερνετ.
My computer is not functioning well today, probably because of a small delay on the internet.
Η διαφορά ανάμεσα στο παλιό βιβλίο και στο καινούριο είναι μικρή.
The difference between the old book and the new one is small.
Μου αρέσει να πηγαίνω σινεμά με μικρή παρέα, όχι με πολύ κόσμο.
I like going to the cinema with a small group of friends, not with many people.
Το Σάββατο έχω ραντεβού σε ένα μικρό κομμωτήριο στη γειτονιά.
On Saturday I have an appointment at a small hair salon in the neighborhood.
Πριν γράψω κείμενο στα ελληνικά, σχεδιάζω μια μικρή περίληψη ώστε να ξέρω τι θα πω.
Before I write a text in Greek, I sketch a small summary so that I know what I will say.
Νιώθω μικρή ευτυχία κάθε φορά που καταλαβαίνω μια δύσκολη ελληνική πρόταση.
I feel a small happiness every time I understand a difficult Greek sentence.
Η γιαγιά μου λέει ότι γεννήθηκε σε μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα.
My grandmother says that she was born in a small village near the sea.
Στο τρένο πολλές φορές διαβάζω ένα μικρό μυθιστόρημα αντί να κοιτάω το κινητό.
On the train I often read a small novel instead of looking at my phone.
Ο κήπος της γιαγιάς μου είναι μικρός αλλά υπέροχος την άνοιξη.
My grandmother’s garden is small but wonderful in spring.
Το περίπτερο στη γωνία είναι μικρό αλλά έχει σχεδόν τα πάντα.
The kiosk on the corner is small but has almost everything.
Το καλοκαίρι κολυμπάμε σε μια μικρή λίμνη, επειδή η θάλασσα είναι μακριά.
In the summer we swim in a small lake, because the sea is far away.
Μεγαλώνω σε μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα.
I am growing up in a small village near the sea.
Παίρνω πάντα μαζί μου σακίδιο με νερό, σνακ και έναν μικρό φακό.
I always take a backpack with me with water, snacks and a small flashlight.
Στο σακίδιο βάζω και μια μικρή κουβέρτα, για να καθόμαστε στη σκιά όταν κάνουμε διάλειμμα.
In the backpack I also put a small blanket so that we can sit in the shade when we take a break.
Στην καφετέρια παραγγέλνουμε καφέ και ένα μικρό σνακ πριν γυρίσουμε σπίτι.
At the café we order coffee and a small snack before we go back home.
Ο έλεγχος δεν είναι εξέταση, αλλά ένας μικρός τρόπος για να δει η δασκάλα την εξέλιξή μας.
The test is not an exam, but a small way for the teacher to see our progress.
Η εξέλιξη στα ελληνικά φαίνεται στο αποτέλεσμα κάθε μικρού ελέγχου.
The progress in Greek appears in the result of each small test.
Μια μικρή παρεξήγηση μπορεί να αλλάξει τη διάθεση όλης της παρέας.
A small misunderstanding can change the mood of the whole group.
Ο ίδιος τεχνικός θα επισκευάσει αύριο και το πληκτρολόγιο, που έχει κι αυτό μια μικρή βλάβη.
The same technician will also repair the keyboard tomorrow, which also has a small fault.
Η φίλη μου νιώθει κλεισμένη στο μικρό της διαμέρισμα και θέλει βόλτα στην πλατεία.
My friend (female) feels shut in her small apartment and wants a walk in the square.
Χωρίς τα γυαλιά μου δεν διαβάζω καλά τις μικρές λέξεις που είναι γραμμένες στον πίνακα.
Without my glasses I don’t read well the small words that are written on the board.
Στην πόλη μου υπάρχουν όχι μόνο μουσεία αλλά και μικρές γκαλερί τέχνης.
In my city there are not only museums but also small art galleries.
Χτες είχαμε μικρό καβγά με τον αδερφό μου για τις δουλειές του σπιτιού.
Yesterday we had a small argument with my brother about the house chores.
Για να κρατήσω το μυαλό μου καθαρό, θα έπρεπε να κάνω πιο συχνά μικρά διαλείμματα.
To keep my mind clear, I should take small breaks more often.
Αυτή τη βδομάδα έχουμε ένα μικρό τεστ γραμματικής στην τάξη.
This week we have a small grammar test in class.
Μια μικρή μείωση στον χρόνο που περνάω στο κινητό βοηθάει πολύ τη συγκέντρωσή μου.
A small reduction in the time I spend on my phone helps my concentration a lot.
Στο τέλος του μαθήματος γράφουμε ένα μικρό συμπέρασμα για όσα μάθαμε.
At the end of the lesson we write a small conclusion about what we learned.
Θα έπρεπε να θυμάμαι ότι κάθε μικρό βήμα είναι ιδιαίτερα πρακτικό για το μέλλον μου στα ελληνικά.
I should remember that every small step is especially practical for my future in Greek.
Στη δουλειά η αύξηση φέτος ήταν μικρή.
At work the raise this year was small.
Μερικές φορές έχουμε διαφωνία για μικρά θέματα, αλλά βρίσκουμε έναν συμβιβασμό.
Sometimes we have a disagreement about small issues, but we find a compromise.
Κάνω μικρή προσπάθεια κάθε πρωί να μιλάω ελληνικά δυνατά, προκειμένου να συνηθίσω την προφορά.
Every morning I make a small effort to speak Greek out loud, in order to get used to the pronunciation.
Έχω ένα μικρό μυστικό, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν θέλω να σου το πω.
I have a small secret, but I am not sure if I want to tell it to you.
Το μικρό κατάστημα έχει καλύτερη εξυπηρέτηση από το πολυκατάστημα στη γωνία.
The small store has better service than the department store on the corner.
Η καλή μάρκα δίνει συνήθως μεγαλύτερη εγγύηση και καλύτερη εξυπηρέτηση που καλύπτει κάθε μικρό πρόβλημα.
The good brand usually gives a longer warranty and better service that covers every small problem.
Βλέπω ότι μαθαίνω περισσότερα ελληνικά απ' όσο νομίζω, κάθε φορά που περιγράφω απλά πράγματα όπως ένα κατάστημα, μια μπαταρία ή μια μικρή έκπτωση, χάρη σε αυτή την καθημερινή εξάσκηση.
I see that I learn more Greek than I think, every time I describe simple things like a store, a battery, or a small discount, thanks to this daily practice.
Στο πάτωμα έχω ένα μικρό χαλί μπροστά από το κρεβάτι.
On the floor I have a small carpet in front of the bed.
Στο γραφείο μου έχω ένα μικρό ηχείο δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή.
On my desk I have a small speaker next to the computer screen.
Ανάβω το μικρό φως στο γραφείο όταν έξω έχει ήδη νυχτώσει.
I turn on the small light on the desk when it is already dark outside.
Στο τέλος της μέρας κάθομαι πάνω στο χαλί, κοιτάω τη ντουλάπα μου και νιώθω ότι το δικό μου μικρό δωμάτιο είναι ο πιο ήρεμος χώρος στον κόσμο.
At the end of the day I sit on the carpet, look at my wardrobe and feel that my own small room is the calmest place in the world.
Ο χώρος στο σαλόνι είναι μικρός αλλά ήσυχος.
The space in the living room is small but quiet.
Πάω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο μετά τη δουλειά και κοιτάω τα εξώφυλλα των βιβλίων.
I go to a small bookstore after work and look at the covers of the books.
Ξέρω ότι, όσο κι αν κουράζομαι, έχω να κάνω ακόμα ένα μικρό βήμα στα ελληνικά κάθε μέρα.
I know that, however tired I get, I still have to take one more small step in Greek every day.
Όσο κι αν είναι ανησυχητικό ένα δύσκολο διαγώνισμα, αισθάνομαι καλύτερα όταν ξέρω ότι έχω να κάνω μόνο ένα μικρό βήμα κάθε μέρα.
However worrying a difficult test may be, I feel better when I know that I just have to take one small step every day.
Στο πανεπιστήμιο το τμήμα ελληνικών είναι μικρό, αλλά πολύ ζωντανό.
At the university the Greek department is small, but very lively.
Ο σύμβουλος μας ρωτάει αν προτιμάμε διάλεξη στο αμφιθέατρο ή μικρή ομάδα σε άλλο τμήμα.
The advisor asks us whether we prefer a lecture in the lecture hall or a small group in another department.
Υπάρχουν μικρές πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις χώρες.
There are small cultural differences between countries.
Η δασκάλα κάνει μια μικρή παρατήρηση όταν κάνω το ίδιο λάθος πολλές φορές.
The teacher makes a small remark when I make the same mistake many times.
Στη γειτονιά υπάρχει ένας μικρός σύλλογος που στηρίζει την τοπική κοινότητα.
In the neighborhood there is a small association that supports the local community.
Προσπαθώ να κάνω μικρή αποταμίευση και να αποταμιεύω λίγα χρήματα κάθε μήνα για τις διακοπές μου.
I try to make a small saving and to save a little money every month for my vacation.
Ως ενήλικες έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα, αλλά αν δεν μένουμε στάσιμοι και νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου, κάθε μικρό βήμα χτίζει την αυτοπεποίθησή μας.
As adults we still have many things to learn, but if we don’t remain stagnant and feel that we belong somewhere, every small step builds our self‑confidence.
Στο διαδικτυακό μάθημα ο καθηγητής μάς κάνει συχνά μικρή παρατήρηση, αλλά λέει ότι είναι προτιμότερο να δοκιμάζουμε παρά να μένουμε σιωπηλοί.
In the online class the professor often makes a small remark to us, but he says it is preferable for us to try rather than remain silent.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now