| the wardrobe | η ντουλάπα |
| In the bedroom I have a big wardrobe next to the bed. | Στο υπνοδωμάτιο έχω μια μεγάλη ντουλάπα δίπλα στο κρεβάτι. |
| the shelf | το ράφι |
| the drawer | το συρτάρι |
| In my wardrobe there are shelves for clothes and a drawer for the towels. | Στη ντουλάπα μου υπάρχουν ράφια για τα ρούχα και ένα συρτάρι για τις πετσέτες. |
| top | πάνω |
| bottom | κάτω |
| The books are down on the floor. | Τα βιβλία είναι κάτω στο πάτωμα. |
| On the top shelf I put my books, while on the bottom shelf I put my old notebooks. | Στο πάνω ράφι βάζω τα βιβλία μου, ενώ στο κάτω ράφι βάζω τα παλιά μου τετράδια. |
| the pyjamas | η πιτζάμα |
| At night I wear my pyjamas at home. | Το βράδυ φοράω τις πιτζάμες μου στο σπίτι. |
| the sock | η κάλτσα |
| My sock is blue. | Η κάλτσα μου είναι μπλε. |
| In the big drawer I keep my pyjamas and my socks. | Στο μεγάλο συρτάρι κρατάω τις πιτζάμες μου και τις κάλτσες μου. |
| the carpet | το χαλί |
| I sit on the carpet and read Greek. | Κάθομαι πάνω στο χαλί και διαβάζω ελληνικά. |
| On the floor I have a small carpet in front of the bed. | Στο πάτωμα έχω ένα μικρό χαλί μπροστά από το κρεβάτι. |
| The carpet is blue, but my sister wants her own carpet to be red. | Το χαλί είναι μπλε, αλλά η αδερφή μου θέλει το δικό της χαλί να είναι κόκκινο. |
| to make the bed | στρώνω το κρεβάτι |
| Every morning I make my bed before I drink coffee. | Κάθε πρωί στρώνω το κρεβάτι μου πριν πιω καφέ. |
| messy | ακατάστατος |
| When I don’t make the bed, the room looks messier. | Όταν δεν στρώνω το κρεβάτι, το δωμάτιο φαίνεται πιο ακατάστατο. |
| tidy | τακτοποιημένος |
| I like it when the living room is tidy. | Μου αρέσει όταν το σαλόνι είναι τακτοποιημένο. |
| My brother’s room is always messy, but mine is usually tidy. | Το δωμάτιο του αδερφού μου είναι πάντα ακατάστατο, αλλά το δικό μου είναι συνήθως τακτοποιημένο. |
| to tidy | τακτοποιώ |
| This afternoon I am tidying my wardrobe in the bedroom. | Σήμερα το απόγευμα τακτοποιώ τη ντουλάπα μου στο υπνοδωμάτιο. |
| In the evening I tidy my books on the shelf so that I find them easily in the morning. | Το βράδυ τακτοποιώ τα βιβλία μου στο ράφι, ώστε να τα βρίσκω εύκολα το πρωί. |
| to arrange | τακτοποιώ |
| Today I have to tidy my room a bit. | Σήμερα πρέπει να τακτοποιήσω λίγο το δωμάτιό μου. |
| My mom arranges the plates in the kitchen drawer more carefully than I do. | Η μαμά μου τακτοποιεί τα πιάτα στο συρτάρι της κουζίνας πιο προσεκτικά από εμένα. |
| the speaker | το ηχείο |
| On my desk I have a small speaker next to the computer screen. | Στο γραφείο μου έχω ένα μικρό ηχείο δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή. |
| the sound | ο ήχος |
| to adjust | ρυθμίζω |
| the volume | η ένταση |
| I adjust the volume on the TV every evening. | Ρυθμίζω την ένταση στην τηλεόραση κάθε βράδυ. |
| When I want louder sound, I adjust the volume on the speaker from the computer. | Όταν θέλω πιο δυνατό ήχο, ρυθμίζω την ένταση στο ηχείο από τον υπολογιστή. |
| the headphones | τα ακουστικά |
| At night I wear headphones so that the sound isn’t heard in the kitchen. | Το βράδυ φοράω ακουστικά, για να μην ακούγεται ο ήχος στην κουζίνα. |
| to play music | βάζω μουσική |
| In the evening I put on music in the living room and relax. | Το βράδυ βάζω μουσική στο σαλόνι και χαλαρώνω. |
| to enjoy | απολαμβάνω |
| My sister prefers to play music on her own speaker, but I enjoy the silence. | Η αδερφή μου προτιμάει να βάζει μουσική στο δικό της ηχείο, αλλά εγώ απολαμβάνω τη σιωπή. |
| to turn off | σβήνω |
| I turn off the light in the living room and go to the bedroom. | Σβήνω το φως στο σαλόνι και πάω στο υπνοδωμάτιο. |
| I turn off the TV because the sound is very loud and I can’t concentrate. | Σβήνω την τηλεόραση, γιατί ο ήχος είναι πολύ δυνατός και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. |
| to turn on | ανάβω |
| In the evening I turn on the lamp in the living room and read a book. | Το βράδυ ανάβω τη λάμπα στο σαλόνι και διαβάζω βιβλίο. |
| I turn on the small light on the desk when it is already dark outside. | Ανάβω το μικρό φως στο γραφείο όταν έξω έχει ήδη νυχτώσει. |
| soft | απαλός |
| I like it when the light is soft and the room looks warmer. | Μου αρέσει όταν το φως είναι απαλό και το δωμάτιο φαίνεται πιο ζεστό. |
| harsh | σκληρός |
| In the morning the soft light from the balcony door wakes me up, but at noon the light becomes harsher. | Το πρωί το απαλό φως από την μπαλκονόπορτα με ξυπνάει, αλλά το μεσημέρι το φως γίνεται πιο σκληρό. |
| once | κάποτε |
| permanent | μόνιμος |
| Once I worked in another office, but now I have a permanent job in this company. | Κάποτε δούλευα σε άλλο γραφείο, αλλά τώρα έχω μόνιμη δουλειά σε αυτή την εταιρεία. |
| somewhere | κάπου |
| during the day | μέσα στη μέρα |
| During the day I find a little time for Greek. | Μέσα στη μέρα βρίσκω λίγο χρόνο για ελληνικά. |
| My permanent job is at the office, but somewhere during the day I find time for Greek. | Η μόνιμη δουλειά μου είναι στο γραφείο, αλλά κάπου μέσα στη μέρα βρίσκω χρόνο για ελληνικά. |
| Somewhere between work and the break I read a short text in Greek. | Κάπου ανάμεσα στη δουλειά και στο διάλειμμα διαβάζω ένα μικρό κείμενο στα ελληνικά. |
| to improve | βελτιώνομαι |
| I see that I am improving little by little in Greek. | Βλέπω ότι βελτιώνομαι λίγο λίγο στα ελληνικά. |
| the grading | η βαθμολογία |
| My grade today is better than last week. | Η βαθμολογία μου σήμερα είναι καλύτερη από την προηγούμενη βδομάδα. |
| Our teacher tells us that our pronunciation has improved, but the grading on the test is not perfect yet. | Η δασκάλα μας λέει ότι η προφορά μας έχει βελτιωθεί, αλλά η βαθμολογία στο τεστ δεν είναι ακόμα τέλεια. |
| the grade | η βαθμολογία |
| If the grade in the exam is low, it doesn’t matter. | Αν η βαθμολογία στην εξέταση είναι χαμηλή, δεν πειράζει. |
| The grade is not the most important thing, my own goal is to enjoy the language every day. | Η βαθμολογία δεν είναι το πιο σημαντικό, ο δικός μου στόχος είναι να απολαμβάνω καθημερινά τη γλώσσα. |
| even | έστω και |
| I want at least a little time for Greek today. | Θέλω έστω και λίγο χρόνο για ελληνικά σήμερα. |
| Once I was afraid to speak Greek, but now I speak, even with mistakes. | Κάποτε φοβόμουν να μιλήσω ελληνικά, αλλά τώρα μιλάω, έστω και με λάθη. |
| My friend from Greece tells me that I’m progressing well, while his (female) friend is a bit jealous of my progress. | Ο δικός μου φίλος από την Ελλάδα μου λέει ότι προχωράω καλά, ενώ η δική του φίλη ζηλεύει λίγο την πρόοδό μου. |
| to set | ρυθμίζω |
| Now I’m adjusting the volume on the speaker, because the music is very loud. | Τώρα ρυθμίζω την ένταση στο ηχείο, γιατί η μουσική είναι πολύ δυνατή. |
| low | χαμηλά |
| The music is low in the living room. | Η μουσική είναι χαμηλά στο σαλόνι. |
| When I wear headphones, I set the volume quite low so that I can also hear the sounds from the house. | Όταν φοράω ακουστικά, ρυθμίζω την ένταση αρκετά χαμηλά, για να ακούω και τους ήχους από το σπίτι. |
| the place | ο χώρος |
| The space in the living room is small but quiet. | Ο χώρος στο σαλόνι είναι μικρός αλλά ήσυχος. |
| At the end of the day I sit on the carpet, look at my wardrobe and feel that my own small room is the calmest place in the world. | Στο τέλος της μέρας κάθομαι πάνω στο χαλί, κοιτάω τη ντουλάπα μου και νιώθω ότι το δικό μου μικρό δωμάτιο είναι ο πιο ήρεμος χώρος στον κόσμο. |
| to be worth it | αξίζω |
| Work today is hard but it is worth it. | Η δουλειά σήμερα είναι σκληρή αλλά αξίζει. |
| one time | μία φορά |
| Once a week I go to the park. | Μία φορά τη βδομάδα πηγαίνω στο πάρκο. |
| A little daily practice in Greek is worth more than one big lesson one time. | Λίγη καθημερινή εξάσκηση στα ελληνικά αξίζει περισσότερο από ένα μεγάλο μάθημα μία φορά. |