| Question | Answer |
|---|---|
foreign | ξένος |
When I go to another country, I feel like a stranger at first. | Όταν πηγαίνω σε άλλη χώρα, νιώθω ξένος στην αρχή. |
lost | χαμένος |
In the forest I feel lost when I don't have a map. | Στο δάσος νιώθω χαμένος όταν δεν έχω χάρτη. |
At first all foreign students feel a bit lost. | Στην αρχή όλοι οι ξένοι φοιτητές νιώθουν λίγο χαμένοι. |
cultural | πολιτισμικός |
There are small cultural differences between countries. | Υπάρχουν μικρές πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις χώρες. |
the exchange | η ανταλλαγή |
I like cultural exchanges between students. | Μου αρέσουν οι πολιτισμικές ανταλλαγές ανάμεσα σε φοιτητές. |
At the university there is a student exchange program. | Στο πανεπιστήμιο υπάρχει πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών. |
to adapt | προσαρμόζομαι |
Little by little I am adapting to the new country. | Σιγά σιγά προσαρμόζομαι στη νέα χώρα. |
with difficulty | δύσκολα |
I hardly sleep when I have stress. | Δύσκολα κοιμάμαι όταν έχω άγχος. |
My friends say that they adapt more difficultly to a foreign environment. | Οι φίλοι μου λένε ότι προσαρμόζονται πιο δύσκολα σε ξένο περιβάλλον. |
the tendency | η τάση |
I have the tendency to speak English with the foreign students. | Έχω την τάση να μιλάω αγγλικά με τους ξένους φοιτητές. |
My tendency to be afraid of mistakes is still strong, but I try. | Η τάση μου να φοβάμαι τα λάθη είναι ακόμα δυνατή, αλλά προσπαθώ. |
the self-confidence | η αυτοπεποίθηση |
When I speak Greek without a dictionary, I feel more self-confidence. | Όταν μιλάω ελληνικά χωρίς λεξικό, νιώθω περισσότερη αυτοπεποίθηση. |
to be built | χτίζομαι |
A new building is being built next to the university. | Ένα καινούριο κτίριο χτίζεται δίπλα στο πανεπιστήμιο. |
The teacher says that self-confidence is built little by little. | Η δασκάλα λέει ότι η αυτοπεποίθηση χτίζεται λίγο λίγο. |
to build | χτίζω |
around | γύρω από |
I build my life around a few but good habits. | Χτίζω τη ζωή μου γύρω από λίγες αλλά καλές συνήθειες. |
Around the university there are cafés where we speak Greek. | Γύρω από το πανεπιστήμιο υπάρχουν καφέ όπου μιλάμε ελληνικά. |
sociable | κοινωνικός |
the fellow student | ο συμφοιτητής |
Every day my fellow student (male) speaks Greek with me at the language school. | Κάθε μέρα ο συμφοιτητής μου μιλάει ελληνικά μαζί μου στο φροντιστήριο. |
I am not very sociable, but I try to talk with my fellow students. | Δεν είμαι πολύ κοινωνικός, αλλά προσπαθώ να μιλάω με τους συμφοιτητές μου. |
to make friends | κάνω φίλους |
At university I make friends easily. | Στο πανεπιστήμιο κάνω εύκολα φίλους. |
The more sociable students make friends faster. | Οι πιο κοινωνικοί φοιτητές κάνουν φίλους πιο γρήγορα. |
the female fellow student | η συμφοιτήτρια |
Today I am drinking coffee with a fellow student of mine (female) at the café next to the university. | Σήμερα πίνω καφέ με μια συμφοιτήτριά μου στο καφέ δίπλα στο πανεπιστήμιο. |
A female fellow student helps me when I don’t understand the lecture. | Μια συμφοιτήτριά μου με βοηθάει όταν δεν καταλαβαίνω τη διάλεξη. |
I live in a student dormitory near my faculty. | Μένω σε φοιτητική εστία κοντά στη σχολή μου. |
the dorm | η εστία |
In the dorm I often take a walk in the corridor with my fellow students. | Στην εστία κάνω συχνά βόλτα στον διάδρομο με τους συμφοιτητές μου. |
noisy | θορυβώδης |
the company | η παρέα |
Tonight I am going out with my group of friends to the cinema. | Σήμερα το βράδυ βγαίνω με την παρέα μου στο σινεμά. |
The dorm is noisy at night, but it has good company. | Η εστία είναι θορυβώδης το βράδυ, αλλά έχει καλή παρέα. |
The city center is noisier than my parents’ village. | Το κέντρο της πόλης είναι πιο θορυβώδες από το χωριό των γονιών μου. |
to quiet down | ησυχάζω |
When I go to the park in the evening, I calm down. | Όταν πάω στο πάρκο το βράδυ, ησυχάζω. |
I go to the park when I want to quiet down a bit. | Πηγαίνω στο πάρκο όταν θέλω να ησυχάσω λίγο. |
to become quiet | ησυχάζω |
Music helps me to calm down when I am stressed. | Η μουσική με βοηθάει να ησυχάζω όταν έχω άγχος. |
After the lecture the library becomes quiet and I can read better. | Μετά τη διάλεξη η βιβλιοθήκη ησυχάζει και μπορώ να διαβάσω καλύτερα. |
online | διαδικτυακός |
whether ... or | είτε ... είτε |
We also have an online class, whether we are in Greece or abroad. | Έχουμε και διαδικτυακό μάθημα, είτε είμαστε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. |
on (switched on/open) | ανοιχτός |
The door in the living room is open now. | Η πόρτα στο σαλόνι είναι ανοιχτή τώρα. |
The online class is more tiring when the camera is on. | Το διαδικτυακό μάθημα είναι πιο κουραστικό όταν η κάμερα είναι ανοιχτή. |
to make a remark | κάνω παρατήρηση |
My professor makes a remark to me when I speak English in class. | Ο καθηγητής μου κάνει παρατήρηση όταν μιλάω αγγλικά στην τάξη. |
The teacher makes a small remark when I make the same mistake many times. | Η δασκάλα κάνει μια μικρή παρατήρηση όταν κάνω το ίδιο λάθος πολλές φορές. |
the remark | η παρατήρηση |
I am not afraid of the teacher’s remark, because I know that it helps me. | Δεν φοβάμαι την παρατήρηση της δασκάλας, γιατί ξέρω ότι με βοηθάει. |
bad | άσχημα |
Today I feel bad, because I didn't sleep well. | Σήμερα νιώθω άσχημα, γιατί δεν κοιμήθηκα καλά. |
I try to listen to her remarks without feeling bad. | Προσπαθώ να ακούω τις παρατηρήσεις της χωρίς να νιώθω άσχημα. |
the certificate | η βεβαίωση |
the participation | η συμμετοχή |
Participation in the excursion is free. | Η συμμετοχή στην εκδρομή είναι δωρεάν. |
After the class we get a certificate of participation from the office. | Μετά το μάθημα παίρνουμε μια βεβαίωση συμμετοχής από τη γραμματεία. |
The certificate says how many hours of class we have done. | Η βεβαίωση γράφει πόσες ώρες μαθήματος έχουμε κάνει. |
at the same time | συγχρόνως |
that | αυτός |
Today he is very tired. | Αυτός σήμερα είναι πολύ κουρασμένος. |
I often listen to music and read at the same time, but that is not always a good idea. | Συχνά ακούω μουσική και διαβάζω συγχρόνως, αλλά αυτό δεν είναι πάντα καλή ιδέα. |
to translate | μεταφράζω |
I cannot speak Greek and translate every word in my head at the same time. | Δεν μπορώ να μιλάω ελληνικά και να μεταφράζω συγχρόνως κάθε λέξη στο κεφάλι μου. |
preferable | προτιμότερος |
It is preferable to do a bit of practice every day rather than study only on the weekend. | Είναι προτιμότερο να κάνω λίγη εξάσκηση κάθε μέρα παρά να διαβάζω μόνο το Σαββατοκύριακο. |
the foreigner | ο ξένος |
The foreigner asks where the hotel is. | Ο ξένος ρωτάει πού είναι το ξενοδοχείο. |
silent | σιωπηλός |
For me it is preferable to speak Greek with foreigners rather than remain silent. | Για μένα είναι προτιμότερο να μιλάω με ξένους στα ελληνικά παρά να μένω σιωπηλός. |
When I am very tired, I stay silent in the group and just listen. | Όταν είμαι πολύ κουρασμένος, μένω σιωπηλός στην παρέα και απλώς ακούω. |
to take initiative | παίρνω πρωτοβουλία |
I try to take initiative in the Greek class, even if I make mistakes. | Προσπαθώ να παίρνω πρωτοβουλία στο μάθημα ελληνικών, ακόμα κι αν κάνω λάθη. |
The teacher asks us to take initiative and ask questions. | Η δασκάλα μάς ζητάει να παίρνουμε πρωτοβουλία και να κάνουμε ερωτήσεις. |
the initiative | η πρωτοβουλία |
Without initiative we don't make progress in Greek, no matter how much we study. | Χωρίς πρωτοβουλία δεν προχωράμε στα ελληνικά, όσο κι αν διαβάζουμε. |
either ... or | είτε ... είτε |
I feel calm either at home or at the park. | Νιώθω ήρεμος είτε στο σπίτι είτε στο πάρκο. |
stagnant | στάσιμος |
Without a bit of initiative, either in class or in life, we remain stagnant. | Χωρίς λίγη πρωτοβουλία, είτε στο μάθημα είτε στη ζωή, μένουμε στάσιμοι. |
I don’t want my Greek to stay stagnant, that’s why I continue the course. | Δεν θέλω τα ελληνικά μου να μείνουν στάσιμα, γι’ αυτό συνεχίζω το μάθημα. |
to have class | κάνω μάθημα |
Tomorrow I don't have class, so I stay at home. | Αύριο δεν κάνω μάθημα, οπότε μένω σπίτι. |
Whether I have class in the classroom or alone at home, I try to speak out loud. | Είτε κάνω μάθημα στην τάξη είτε μόνος μου στο σπίτι, προσπαθώ να μιλάω δυνατά. |
the confidence | η αυτοπεποίθηση |
I feel confidence when the teacher supports me in class. | Νιώθω αυτοπεποίθηση όταν η δασκάλα με στηρίζει στην τάξη. |
Little by little I am building confidence in Greek. | Σιγά σιγά χτίζω αυτοπεποίθηση στα ελληνικά. |
the English language | τα αγγλικά |
Is English an easy language for you? | Τα αγγλικά είναι εύκολη γλώσσα για εσένα; |
I translate the text into English. | Μεταφράζω το κείμενο στα αγγλικά. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io
