| the study | η σπουδή |
| how | το πώς |
| The teacher explains how this word is used. | Η δασκάλα εξηγεί το πώς χρησιμοποιείται αυτή η λέξη. |
| the degree | το πτυχίο |
| I am thinking about my studies and how I will get my degree. | Σκέφτομαι τις σπουδές μου και το πώς θα πάρω το πτυχίο μου. |
| the studies | οι σπουδές |
| to be related to | έχω σχέση με |
| This lesson has to do with Greece. | Αυτό το μάθημα έχει σχέση με την Ελλάδα. |
| I want my studies to be related to Greece and the language. | Θέλω οι σπουδές μου να έχουν σχέση με την Ελλάδα και τη γλώσσα. |
| the master's degree | το μεταπτυχιακό |
| If I don’t finish my degree, I can’t do a master’s. | Αν δεν τελειώσω το πτυχίο μου, δεν μπορώ να κάνω μεταπτυχιακό. |
| to do a master’s degree | κάνω μεταπτυχιακό |
| Right now I am doing a master’s degree at the university and working a little. | Τώρα κάνω μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο και δουλεύω λίγο. |
| I am thinking about whether I want to do a master’s abroad or in my country. | Σκέφτομαι αν θέλω να κάνω μεταπτυχιακό στο εξωτερικό ή στη χώρα μου. |
| abroad | το εξωτερικό |
| Whenever I think about going abroad, I remember that my family is very important. | Όποτε σκέφτομαι το εξωτερικό, θυμάμαι ότι η οικογένειά μου είναι πολύ σημαντική. |
| to stand | αντέχω |
| Abroad seems interesting to me, but I don’t know if I will stand the distance from my family. | Το εξωτερικό μου φαίνεται ενδιαφέρον, αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξω την απόσταση από την οικογένειά μου. |
| the department | το τμήμα |
| At the university the Greek department is small, but very lively. | Στο πανεπιστήμιο το τμήμα ελληνικών είναι μικρό, αλλά πολύ ζωντανό. |
| My friend studies in the psychology department and shares her notes with me. | Η φίλη μου σπουδάζει στο τμήμα ψυχολογίας και μοιράζεται μαζί μου τις σημειώσεις της. |
| the advisor | ο σύμβουλος |
| to support | στηρίζω |
| Our study advisor supports us when we are not sure about our choices. | Ο σύμβουλος σπουδών μας στηρίζει όταν δεν είμαστε σίγουροι για τις επιλογές μας. |
| to clarify | ξεκαθαρίζω |
| I want to make it clear that I am just tired. | Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι είμαι απλώς κουρασμένος. |
| I make an appointment with the advisor so that he clarifies which studies are more suitable for me. | Κλείνω ραντεβού με τον σύμβουλο για να μου ξεκαθαρίσει ποιες σπουδές είναι πιο κατάλληλες. |
| the school office | η γραμματεία |
| the faculty | η σχολή |
| My school/faculty is near the city center. | Η σχολή μου είναι κοντά στο κέντρο της πόλης. |
| the application | η αίτηση |
| electronically | ηλεκτρονικά |
| At the school office I ask whether an application is needed in person or electronically. | Στη γραμματεία της σχολής ρωτάω αν χρειάζεται αίτηση στο γραφείο ή ηλεκτρονικά. |
| the office | η γραμματεία |
| Tomorrow the office opens at ten in the morning. | Αύριο η γραμματεία ανοίγει στις δέκα το πρωί. |
| the form | το έντυπο |
| necessary | απαραίτητος |
| The employee at the office explains to me that the application and the other forms are necessary by Friday. | Η υπάλληλος στη γραμματεία μου εξηγεί ότι η αίτηση και τα άλλα έντυπα είναι απαραίτητα μέχρι την Παρασκευή. |
| the lecture hall | το αμφιθέατρο |
| the lecture | η διάλεξη |
| I sit in the lecture hall and wait for the professor’s lecture to start. | Κάθομαι στο αμφιθέατρο και περιμένω να αρχίσει η διάλεξη του καθηγητή. |
| to state | δηλώνω |
| The lecture lasts two hours and at the end the professor states that our presence is necessary. | Η διάλεξη διαρκεί δύο ώρες και στο τέλος ο καθηγητής δηλώνει ότι η παρουσία μας είναι απαραίτητη. |
| In the lecture hall we share the books and support each other when something is difficult. | Στο αμφιθέατρο μοιραζόμαστε τα βιβλία και στηρίζουμε ο ένας τον άλλον όταν κάτι είναι δύσκολο. |
| I can’t stand studying all night for the exam; I also need a bit of rest. | Δεν αντέχω να διαβάζω όλη τη νύχτα για την εξέταση, χρειάζομαι και λίγη ξεκούραση. |
| to endure | αντέχω |
| the scholarship | η υποτροφία |
| My friend says that she can’t stand the pressure anymore, but she wants to win the scholarship. | Η φίλη μου λέει ότι δεν αντέχει άλλο την πίεση, αλλά θέλει να κερδίσει την υποτροφία. |
| to fill in | συμπληρώνω |
| In order to win the scholarship, I must carefully fill in all the forms. | Για να κερδίσω την υποτροφία, πρέπει να συμπληρώσω προσεκτικά όλα τα έντυπα. |
| I fill in the application electronically and state that I want to study abroad. | Συμπληρώνω την αίτηση ηλεκτρονικά και δηλώνω ότι θέλω να σπουδάσω στο εξωτερικό. |
| insecure | ανασφαλής |
| I feel a bit insecure, because I don’t know if my level of Greek is enough. | Νιώθω λίγο ανασφαλής, γιατί δεν ξέρω αν το επίπεδο των ελληνικών μου είναι αρκετό. |
| to make clear | ξεκαθαρίζω |
| The teacher makes it clear that daily revision is important. | Η δασκάλα ξεκαθαρίζει ότι η καθημερινή επανάληψη είναι σημαντική. |
| to succeed | τα καταφέρνω |
| If I try every day, I manage in Greek. | Αν προσπαθώ κάθε μέρα, τα καταφέρνω στα ελληνικά. |
| My teacher supports me and makes it clear to me that it is possible for me to succeed. | Η δασκάλα μου με στηρίζει και μου ξεκαθαρίζει ότι είναι πιθανό να τα καταφέρω. |
| the care | η φροντίδα |
| It is possible that I will need more care when I live alone abroad. | Είναι πιθανό να χρειαστώ περισσότερη φροντίδα όταν θα ζω μόνος μου στο εξωτερικό. |
| My mom says that the family’s care never stops, even if we live far away. | Η μαμά μου λέει ότι η φροντίδα της οικογένειας δεν σταματάει ποτέ, ακόμα κι αν ζούμε μακριά. |
| Sometimes I share with my grandfather my worries about my studies and my degree. | Μερικές φορές μοιράζομαι με τον παππού μου τις ανησυχίες μου για τις σπουδές και το πτυχίο. |
| to remind | θυμίζω |
| This movie reminds me of our vacation in Greece. | Αυτή η ταινία μου θυμίζει τις διακοπές μας στην Ελλάδα. |
| only | μόνος |
| Today I am alone at home all day. | Σήμερα είμαι μόνος στο σπίτι όλη μέρα. |
| the way | ο δρόμος |
| The road in my neighborhood is quiet in the evening. | Ο δρόμος στη γειτονιά μου είναι ήσυχος το βράδυ. |
| to earn | κερδίζω |
| When I win, I feel great joy. | Όταν κερδίζω, νιώθω μεγάλη χαρά. |
| He reminds me that studies are not the only way to earn a good life. | Αυτός μου θυμίζει ότι οι σπουδές δεν είναι ο μόνος δρόμος για να κερδίσεις μια καλή ζωή. |
| My friend is more insecure than me and doesn’t know whether she wants to continue to a master’s. | Η φίλη μου είναι πιο ανασφαλής από εμένα και δεν ξέρει αν θέλει να συνεχίσει για μεταπτυχιακό. |
| the master’s degree | το μεταπτυχιακό |
| My master’s program is difficult but interesting. | Το μεταπτυχιακό μου είναι δύσκολο αλλά ενδιαφέρον. |
| I explain to her that a master’s is necessary only in some professions. | Της εξηγώ ότι το μεταπτυχιακό είναι απαραίτητο μόνο σε μερικά επαγγέλματα. |
| The advisor asks us whether we prefer a lecture in the lecture hall or a small group in another department. | Ο σύμβουλος μας ρωτάει αν προτιμάμε διάλεξη στο αμφιθέατρο ή μικρή ομάδα σε άλλο τμήμα. |
| to gain | κερδίζω |
| In this game I often win, but today I lost. | Στο παιχνίδι αυτό κερδίζω συχνά, αλλά σήμερα έχασα. |
| At the end of the year the professor states that those of us who have endured so far have gained something very important. | Στο τέλος της χρονιάς ο καθηγητής δηλώνει ότι όσοι αντέξαμε μέχρι τώρα έχουμε κερδίσει κάτι πολύ σημαντικό. |
| I am thinking about whether I will stay in my country or live abroad after my degree. | Σκέφτομαι αν θα μείνω στη χώρα μου ή αν θα ζήσω στο εξωτερικό μετά το πτυχίο. |
| however | όπως κι αν |
| However I feel, I keep reading Greek every day. | Όπως κι αν νιώθω, συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα. |
| to turn out | γίνομαι |
| When I try every day, I become better at Greek. | Όταν προσπαθώ κάθε μέρα, γίνομαι καλύτερος στα ελληνικά. |
| my family | οι δικοί μου |
| My family lives in a village, but I live in the city. | Οι δικοί μου μένουν σε χωριό, αλλά εγώ μένω στην πόλη. |
| However it turns out, I know that my studies, my family’s care and my own effort will always support my future. | Όπως κι αν γίνει, ξέρω ότι οι σπουδές, η φροντίδα των δικών μου και η δική μου προσπάθεια θα στηρίζουν πάντα το μέλλον μου. |
| I keep my notes tidy so that I can find them easily before each lecture. | Κρατάω τις σημειώσεις μου τακτοποιημένες, ώστε να τις βρίσκω εύκολα πριν από κάθε διάλεξη. |
| to submit an application | κάνω αίτηση |
| Tomorrow I want to apply for a scholarship at the university. | Αύριο θέλω να κάνω αίτηση για υποτροφία στο πανεπιστήμιο. |
| Today the office is closed, so I cannot submit an application. | Σήμερα η γραμματεία είναι κλειστή, οπότε δεν μπορώ να κάνω αίτηση. |