| η γειτονιά |
| το χωριό |
I live in a quiet neighborhood, but my friend lives in a small village. | Μένω σε ήσυχη γειτονιά, αλλά η φίλη μου μένει σε μικρό χωριό. |
| η φύση |
| κάνω περίπατο |
This evening I will go for a walk in the park. | Σήμερα το βράδυ θα κάνω περίπατο στο πάρκο. |
In her village nature is very beautiful and she often goes for a walk in the evening. | Στο χωριό της η φύση είναι πολύ όμορφη και κάνει συχνά περίπατο το βράδυ. |
| ο περίπατος |
In my neighborhood there is not much nature, only a small park for a walk. | Στη γειτονιά μου δεν έχει πολύ φύση, μόνο ένα μικρό πάρκο για περίπατο. |
| η εταιρεία |
| το κτίριο |
| κεντρικός |
I work in a big company in a tall building near the main road. | Δουλεύω σε μεγάλη εταιρεία σε ψηλό κτίριο κοντά στον κεντρικό δρόμο. |
| ο όροφος |
| έκτος |
The sixth floor is quiet. | Ο έκτος όροφος είναι ήσυχος. |
The building of the company has ten floors and I work on the sixth floor. | Το κτίριο της εταιρείας έχει δέκα ορόφους και εγώ δουλεύω στον έκτο όροφο. |
| ανεβαίνω |
| η σκάλα |
My grandmother doesn’t use the stairs because she is tired. | Η γιαγιά μου δεν χρησιμοποιεί τη σκάλα γιατί είναι κουρασμένη. |
| το ασανσέρ |
I go up the stairs when the elevator doesn’t work on my floor. | Ανεβαίνω τη σκάλα όταν το ασανσέρ δεν δουλεύει στον όροφό μου. |
| ο σταθμός |
| όπου |
The main train station is next to the building where my friend works. | Ο κεντρικός σταθμός του τρένου είναι δίπλα στο κτίριο όπου δουλεύει ο φίλος μου. |
| με τα πόδια |
| η συναδέλφισσα |
My colleague (female) lives in a quiet neighborhood. | Η συναδέλφισσά μου μένει σε ήσυχη γειτονιά. |
I go to the station on foot, but my colleague (female) always takes the elevator. | Πηγαίνω στον σταθμό με τα πόδια, αλλά η συναδέλφισσά μου παίρνει πάντα το ασανσέρ. |
| η υπάλληλος |
| η πληροφορία |
| σχετικά με |
I want to have a discussion about my future. | Θέλω να κάνω μια συζήτηση σχετικά με το μέλλον μου. |
At the station I ask the employee (female) for information about the train. | Στον σταθμό ρωτάω την υπάλληλο για πληροφορίες σχετικά με το τρένο. |
| ακριβώς |
| το σημείωμα |
In the evening I read the note in the living room. | Το βράδυ διαβάζω το σημείωμα στο σαλόνι. |
The employee (female) gives me good information and writes the time exactly on a note. | Η υπάλληλος μου δίνει καλές πληροφορίες και γράφει ακριβώς την ώρα σε ένα σημείωμα. |
| ο κινηματογράφος |
In the evening we go to an old cinema in our neighborhood. | Το βράδυ πηγαίνουμε σε έναν παλιό κινηματογράφο στη γειτονιά μας. |
| εκτός από |
| τα Σάββατα |
On Saturdays I go for a walk in the park with my friend. | Τα Σάββατα κάνω βόλτα στο πάρκο με τη φίλη μου. |
I like this cinema because it is quiet except on Saturdays. | Μου αρέσει ο κινηματογράφος αυτός, γιατί είναι ήσυχος εκτός από τα Σάββατα. |
| φαίνομαι |
| αγχωμένος |
| λόγω |
| σοβαρός |
The manager is serious today. | Ο διευθυντής είναι σοβαρός σήμερα. |
Today the manager looks very stressed because of an important meeting. | Σήμερα ο διευθυντής φαίνεται πολύ αγχωμένος λόγω μιας σοβαρής συνάντησης. |
| σοβαρός |
I am not so stressed because I don’t have a serious problem at work. | Εγώ δεν είμαι τόσο αγχωμένος, γιατί δεν έχω σοβαρό πρόβλημα στη δουλειά. |
| η απόσταση |
Because of the rain, the distance to the village seems longer today. | Λόγω της βροχής η απόσταση μέχρι το χωριό φαίνεται πιο μεγάλη σήμερα. |
The distance from my house to the company is small, so I go on foot. | Η απόσταση από το σπίτι μου μέχρι την εταιρεία είναι μικρή, οπότε πηγαίνω με τα πόδια. |
| επιτέλους |
After a lot of work, I finally have a little time in the afternoon. | Μετά από πολλή δουλειά, επιτέλους έχω λίγο χρόνο το απόγευμα. |
| απλώς |
| βγαίνω |
At night I don’t go out of the house when it is cold. | Το βράδυ δεν βγαίνω από το σπίτι όταν κάνει κρύο. |
I don’t want to do something difficult, I simply go out for a short walk in nature. | Δεν θέλω να κάνω κάτι δύσκολο, απλώς βγαίνω για έναν μικρό περίπατο στη φύση. |
| ο τρόπος |
| Αυτός ο τρόπος είναι σωστός. |
| ειδικά |
I like to walk in the park, especially in the summer. | Μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο, ειδικά το καλοκαίρι. |
My friend (female) says that the best way for us to relax is walking, especially in the village. | Η φίλη μου λέει ότι ο καλύτερος τρόπος για να χαλαρώνουμε είναι ο περίπατος, ειδικά στο χωριό. |
| κάνω περίπατο |
For me, walking in nature is better than watching TV. | Για εμένα, το να κάνω περίπατο στη φύση είναι καλύτερο από το να βλέπω τηλεόραση. |
Living in a quiet neighborhood helps me not to be so stressed. | Το να μένω σε ήσυχη γειτονιά με βοηθάει να μην είμαι τόσο αγχωμένος. |
Some people believe that working in a big company is very important. | Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το να δουλεύουν σε μεγάλη εταιρεία είναι πολύ σημαντικό. |
| δανείζω |
| τα χρήματα |
I don’t have much money today. | Δεν έχω πολλά χρήματα σήμερα. |
I often lend books to my friend (female) when she doesn’t have money to buy new ones. | Συχνά δανείζω βιβλία στη φίλη μου όταν αυτή δεν έχει χρήματα να αγοράσει καινούρια. |
| κι |
Today I am happy and I have a little time. | Σήμερα είμαι χαρούμενος κι έχω λίγο χρόνο. |
| δανείζομαι |
| αυτήν |
Today I see only her at the office. | Σήμερα βλέπω μόνο αυτήν στο γραφείο. |
| τόσος |
I don't need so much money for the trip. | Δεν χρειάζομαι τόσα λεφτά για το ταξίδι. |
And I borrow magazines from her, because I simply don’t want to buy so many. | Κι εγώ δανείζομαι από αυτήν περιοδικά, γιατί απλώς δεν θέλω να αγοράζω τόσα πολλά. |
My cousin (female) never lends her shoes, but she often borrows clothes from me. | Η ξαδέρφη μου δεν δανείζει ποτέ τα παπούτσια της, αλλά δανείζεται συχνά ρούχα από εμένα. |
| η σκάλα |
In the old building there is no elevator, so everyone uses the stairs except for my grandmother. | Στο παλιό κτίριο δεν υπάρχει ασανσέρ, οπότε όλοι χρησιμοποιούν τη σκάλα εκτός από τη γιαγιά μου. |
I want to arrive exactly on time in order to finally finish this serious work. | Θέλω να φτάσω ακριβώς στην ώρα μου, για να τελειώσω επιτέλους αυτή τη σοβαρή δουλειά. |
| έξω από |
I am waiting outside your house now. | Περιμένω έξω από το σπίτι σου τώρα. |
Waiting exactly on time outside the office makes me a bit stressed, but I try to be calm. | Το να περιμένω ακριβώς στην ώρα μου έξω από το γραφείο με κάνει λίγο αγχωμένο, αλλά προσπαθώ να είμαι ήρεμος. |
Because of the hot weather in the summer, taking a walk in the evening in the neighborhood is the nicest habit. | Λόγω του ζεστού καιρού το καλοκαίρι, το να κάνουμε περίπατο το βράδυ στη γειτονιά είναι η πιο ωραία συνήθεια. |
| από |
I see the sea from the room in the hotel. | Βλέπω τη θάλασσα από το δωμάτιο στο ξενοδοχείο. |
I go up to the apartment by the stairs when the elevator doesn't work. | Ανεβαίνω στο διαμέρισμα από τη σκάλα όταν το ασανσέρ δεν δουλεύει. |
| ήσυχα |
I speak quietly in the living room in the evening. | Μιλάω ήσυχα στο σαλόνι το βράδυ. |
I sit wherever it is quiet. | Κάθομαι όπου είναι ήσυχα. |