| the dream | το όνειρο |
| in the future | στο μέλλον |
| My big dream is to speak Greek well in the future. | Το μεγάλο όνειρό μου είναι να μιλάω καλά ελληνικά στο μέλλον. |
| even though | παρόλο που |
| in the past | στο παρελθόν |
| the mistake | το λάθος |
| This is not a mistake. | Αυτό δεν είναι λάθος. |
| Even though in the past I made many mistakes, I continue to learn. | Παρόλο που στο παρελθόν έκανα πολλά λάθη, συνεχίζω να μαθαίνω. |
| to make a mistake | κάνω λάθος |
| Sorry, I am probably wrong. | Συγγνώμη, μάλλον κάνω λάθος. |
| When I make a mistake, I think about it and then I try again. | Όταν κάνω λάθος, το σκέφτομαι και μετά προσπαθώ πάλι. |
| the future | το μέλλον |
| the past | το παρελθόν |
| Sometimes I think about the past when I relax in the living room. | Μερικές φορές σκέφτομαι το παρελθόν όταν χαλαρώνω στο σαλόνι. |
| I think about my future, but also my past, even though sometimes I am afraid. | Σκέφτομαι το μέλλον μου, αλλά και το παρελθόν, παρόλο που μερικές φορές φοβάμαι. |
| first | πρώτος |
| The first coffee in the morning is the best. | Ο πρώτος καφές το πρωί είναι ο καλύτερος. |
| the habit | η συνήθεια |
| it | την |
| I love her very much. | Την αγαπάω πολύ. |
| daily | καθημερινά |
| as soon as | μόλις |
| As soon as I finish work, I relax in the living room. | Μόλις τελειώνω τη δουλειά, χαλαρώνω στο σαλόνι. |
| to get up | σηκώνομαι |
| I get up early every morning. | Σηκώνομαι νωρίς κάθε πρωί. |
| This is my first habit every day and I do it daily, as soon as I get up. | Αυτή είναι η πρώτη μου συνήθεια κάθε μέρα και την κάνω καθημερινά, μόλις σηκώνομαι. |
| long | μακρύς |
| The road to the university is long. | Ο δρόμος μέχρι το πανεπιστήμιο είναι μακρύς. |
| the hair | τα μαλλιά |
| smiling | χαμογελαστός |
| My friend (male) is always smiling in the morning. | Ο φίλος μου είναι πάντα χαμογελαστός το πρωί. |
| the face | το πρόσωπο |
| My friend (female) has long hair and a smiling face. | Η φίλη μου έχει μακριά μαλλιά και χαμογελαστό πρόσωπο. |
| to smile | χαμογελάω |
| When she smiles, her face is very beautiful. | Όταν χαμογελάει, το πρόσωπό της είναι πολύ όμορφο. |
| the hope | η ελπίδα |
| I try to smile when I am tired, because I remember my dream and my hope. | Προσπαθώ να χαμογελάω όταν είμαι κουρασμένος, γιατί θυμάμαι το όνειρό μου και την ελπίδα μου. |
| in spring | την άνοιξη |
| in summer | το καλοκαίρι |
| In spring and summer I take more walks in the park. | Την άνοιξη και το καλοκαίρι κάνω πιο πολλές βόλτες στο πάρκο. |
| in autumn | το φθινόπωρο |
| In autumn I often stay home, but in summer I am almost always outside. | Το φθινόπωρο μένω συχνά σπίτι, αλλά το καλοκαίρι είμαι σχεδόν πάντα έξω. |
| to be cold | κάνει κρύο |
| When it is cold, I stay at home in the evening. | Όταν κάνει κρύο, μένω στο σπίτι το βράδυ. |
| In spring it often rains, but in autumn it is cold, even though there is no snow. | Την άνοιξη βρέχει συχνά, αλλά το φθινόπωρο κάνει κρύο, παρόλο που δεν έχει χιόνι. |
| clean | καθαρός |
| the desk | το γραφείο |
| Today at the office I am very tired. | Σήμερα στο γραφείο είμαι πολύ κουρασμένος. |
| dirty | βρώμικος |
| My room is clean today, but my desk is a little dirty. | Το δωμάτιό μου είναι καθαρό σήμερα, αλλά το γραφείο μου είναι λίγο βρώμικο. |
| quickly | γρήγορα |
| I walk quickly in the park when it is not raining. | Περπατάω γρήγορα στο πάρκο όταν δεν βρέχει. |
| The kitchen is never very clean, because the plates quickly become dirty. | Η κουζίνα δεν είναι ποτέ πολύ καθαρή, γιατί τα πιάτα γίνονται γρήγορα βρώμικα. |
| the glass | το ποτήρι |
| the spoon | το κουτάλι |
| I put a glass of water and a spoon on the table. | Βάζω ένα ποτήρι νερό και ένα κουτάλι πάνω στο τραπέζι. |
| the fork | το πιρούνι |
| The fork is between the plates on the table. | Το πιρούνι είναι ανάμεσα στα πιάτα στο τραπέζι. |
| the knife | το μαχαίρι |
| The knife is between the plates on the table. | Το μαχαίρι είναι ανάμεσα στα πιάτα στο τραπέζι. |
| At the restaurant the waitress brings glasses, spoons, forks and knives for everyone. | Στο εστιατόριο η σερβιτόρα φέρνει ποτήρια, κουτάλια, πιρούνια και μαχαίρια για όλους. |
| the birthday | τα γενέθλια |
| to have a party | κάνω πάρτι |
| Tonight I am having a party at home. | Σήμερα το βράδυ κάνω πάρτι στο σπίτι. |
| On Friday my sister has a birthday and we are having a small party. | Την Παρασκευή η αδερφή μου έχει γενέθλια και κάνουμε ένα μικρό πάρτι. |
| For her birthday she wants only one book, but I also get her a small gift for her dream. | Στα γενέθλιά της θέλει μόνο ένα βιβλίο, αλλά εγώ της παίρνω και ένα μικρό δώρο για το όνειρό της. |
| on the next vacation | στις επόμενες διακοπές |
| On my next vacation I want to go to Greece. | Στις επόμενες διακοπές θέλω να πάω στην Ελλάδα. |
| She says that on her next vacation she will change habits in order to have a better future. | Λέει ότι στις επόμενες διακοπές θα αλλάξει συνήθειες, για να έχει καλύτερο μέλλον. |
| after | αφού |
| After I finish work, I have the habit of walking daily for a little while. | Αφού τελειώσω τη δουλειά, έχω τη συνήθεια να περπατάω καθημερινά για λίγη ώρα. |
| After I ate, I read a bit and then relaxed in the living room. | Αφού έφαγα, διάβασα λίγο και μετά χαλάρωσα στο σαλόνι. |
| to tell | λέω |
| I am not saying anything now. | Δεν λέω τίποτα τώρα. |
| After you see the movie, I want you to tell me your opinion. | Αφού δεις την ταινία, θέλω να μου πεις τη γνώμη σου. |
| much | πολύ |
| I really like walking in the park. | Μου αρέσει πολύ να περπατάω στο πάρκο. |
| In the past I didn’t travel much, but now I have the hope that in the future I will see many countries. | Στο παρελθόν δεν ταξίδευα πολύ, αλλά τώρα έχω την ελπίδα ότι στο μέλλον θα δω πολλές χώρες. |
| in the summer | το καλοκαίρι |
| In the summer I often stay at the beach all day. | Το καλοκαίρι μένω συχνά στην παραλία όλη μέρα. |
| to vacation | κάνω διακοπές |
| Greek | ελληνικός |
| Greek coffee is very good. | Ο ελληνικός καφές είναι πολύ καλός. |
| In the summer my big dream is to vacation on a Greek island. | Το καλοκαίρι το μεγάλο μου όνειρο είναι να κάνω διακοπές σε ένα ελληνικό νησί. |
| in the spring | την άνοιξη |
| In spring I like to walk in the park. | Την άνοιξη μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο. |
| to get dressed | ντύνομαι |
| Every morning I get dressed and drink coffee. | Κάθε πρωί ντύνομαι και πίνω καφέ. |
| In spring I dress in colors that I like and my hair is always clean. | Την άνοιξη ντύνομαι με χρώματα που μου αρέσουν και τα μαλλιά μου είναι πάντα καθαρά. |
| some | μερικός |
| The answer is partial but important. | Η απάντηση είναι μερική αλλά σημαντική. |
| I try daily to smile at people, even though on some days I am sad. | Προσπαθώ καθημερινά να χαμογελάω στους ανθρώπους, παρόλο που μερικές μέρες είμαι λυπημένος. |
| After I talked with my mom, I felt better, even though the problem had not gone away. | Αφού μίλησα με τη μαμά μου, ένιωσα καλύτερα, παρόλο που το πρόβλημα δεν είχε φύγει. |
| I know that if I continue these good habits, in the future my dream will not remain only a hope. | Ξέρω ότι αν συνεχίσω αυτές τις καλές συνήθειες, στο μέλλον το όνειρό μου δεν θα μείνει μόνο ελπίδα. |
| every summer | κάθε καλοκαίρι |
| Every summer I stay in a small hotel next to the beach. | Κάθε καλοκαίρι μένω σε ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα στην παραλία. |
| Every summer I go on vacation in Greece with my (female) friend. | Κάθε καλοκαίρι κάνω διακοπές στην Ελλάδα με τη φίλη μου. |