| Question | Answer |
|---|---|
| group | ομαδικός |
| the presence | η παρουσία |
| in order to | προκειμένου να |
| the responsibility | η ευθύνη |
| In our group meetings the presence of everyone is important, in order to share the responsibility. | Στις ομαδικές μας συναντήσεις η παρουσία όλων είναι σημαντική, προκειμένου να μοιραζόμαστε την ευθύνη. |
| the absence | η απουσία |
| the person | το άτομο |
| Each person in the class speaks a little Greek. | Κάθε άτομο στην τάξη μιλάει λίγο ελληνικά. |
| to be noticeable | φαίνομαι |
| In the photo I look very happy, but I was tired. | Στη φωτογραφία φαίνομαι πολύ χαρούμενος, αλλά ήμουν κουρασμένος. |
| the effort | η προσπάθεια |
| The absence of one person is noticeable when the group effort becomes more difficult. | Η απουσία ενός ατόμου φαίνεται όταν η ομαδική προσπάθεια γίνεται πιο δύσκολη. |
| to make an effort | κάνω προσπάθεια |
| specific | συγκεκριμένος |
| I try to make a specific effort every day, in order to improve my Greek. | Προσπαθώ να κάνω συγκεκριμένη προσπάθεια κάθε μέρα, προκειμένου να βελτιώσω τα ελληνικά μου. |
| to express | εκφράζω |
| the passion | το πάθος |
| Our teacher expresses great passion when she talks about the language. | Η δασκάλα μας εκφράζει μεγάλο πάθος όταν μιλάει για τη γλώσσα. |
| to give up | παρατάω |
| I don’t give up the Greek class, even though it is difficult. | Δεν παρατάω το μάθημα ελληνικών, παρόλο που είναι δύσκολο. |
| And I also try to express my passion for Greek in order not to give it up. | Και εγώ προσπαθώ να εκφράζω το πάθος μου για τα ελληνικά προκειμένου να μην τα παρατήσω. |
| grateful | ευγνώμων |
| the support | η στήριξη |
| I feel very grateful for the support my friends give me. | Νιώθω πολύ ευγνώμων για τη στήριξη που μου δίνουν οι φίλοι μου. |
| My friend says that she is grateful when she feels support from her family. | Η φίλη μου λέει ότι είναι ευγνώμων όταν νιώθει στήριξη από την οικογένειά της. |
| to appreciate | εκτιμώ |
| the respect | ο σεβασμός |
| I appreciate the respect that the teacher shows to every student. | Εκτιμώ τον σεβασμό που δείχνει η δασκάλα σε κάθε μαθητή. |
| My parents appreciate it when I speak to them with respect, even if we disagree. | Οι γονείς μου εκτιμούν όταν τους μιλάω με σεβασμό, ακόμα κι αν διαφωνούμε. |
| the disagreement | η διαφωνία |
| the issue | το θέμα |
| Today the topic of the discussion is health. | Σήμερα το θέμα της συζήτησης είναι η υγεία. |
| the compromise | ο συμβιβασμός |
| Sometimes we have a disagreement about small issues, but we find a compromise. | Μερικές φορές έχουμε διαφωνία για μικρά θέματα, αλλά βρίσκουμε έναν συμβιβασμό. |
| the fight | ο καβγάς |
| I don’t want another argument today. | Δεν θέλω άλλο καβγά σήμερα. |
| Without respect the disagreement becomes a fight, whereas with compromise we remain friends. | Χωρίς σεβασμό η διαφωνία γίνεται καβγάς, ενώ με συμβιβασμό μένουμε φίλοι. |
| to forgive | συγχωρώ |
| the sincerity | η ειλικρίνεια |
| In my family honesty is very important. | Στην οικογένειά μου η ειλικρίνεια είναι πολύ σημαντική. |
| My sister forgives me when I apologize to her sincerely. | Η αδερφή μου με συγχωρεί όταν της ζητάω συγγνώμη με ειλικρίνεια. |
| to hold on to anger | κρατάω θυμό |
| I don’t want to hold on to anger after the argument. | Δεν θέλω να κρατάω θυμό μετά τον καβγά. |
| I try to forgive my friends quickly, in order not to hold on to anger. | Προσπαθώ να συγχωρώ γρήγορα τους φίλους μου, προκειμένου να μην κρατάω θυμό. |
| In the group class we share our ideas and do exercises together. | Στο ομαδικό μάθημα μοιραζόμαστε τις ιδέες μας και κάνουμε ασκήσεις μαζί. |
| to receive | λαμβάνω |
| I receive many messages on my mobile phone every day. | Λαμβάνω πολλά μηνύματα στο κινητό μου κάθε μέρα. |
| the notification | η ειδοποίηση |
| the access | η πρόσβαση |
| I receive a notification on my phone when the password for access to the course changes. | Λαμβάνω ειδοποίηση στο κινητό όταν αλλάζει ο κωδικός για την πρόσβαση στο μάθημα. |
| the course | το μάθημα |
| Today the lesson was a bit difficult, but I understood it. | Το μάθημα σήμερα ήταν λίγο δύσκολο, αλλά το κατάλαβα. |
| Without a notification I forgot the new password and didn’t have access to the course. | Χωρίς ειδοποίηση ξέχασα τον νέο κωδικό και δεν είχα πρόσβαση στο μάθημα. |
| to postpone | αναβάλλω |
| Because of work I am postponing today’s meeting with my friend. | Λόγω δουλειάς αναβάλλω τη σημερινή συνάντηση με τη φίλη μου. |
| more and more | όλο και πιο |
| Greek is getting easier and easier for me. | Τα ελληνικά γίνονται όλο και πιο εύκολα για εμένα. |
| rare | σπάνιος |
| This book is rare. | Αυτό το βιβλίο είναι σπάνιο. |
| If we all postpone our meetings, our presence in the group becomes more and more rare. | Αν όλοι αναβάλλουμε τις συναντήσεις μας, η παρουσία μας στην ομάδα γίνεται όλο και πιο σπάνια. |
| this week | αυτή τη βδομάδα |
| This week I don’t have a Greek class. | Αυτή τη βδομάδα δεν έχω μάθημα ελληνικών. |
| The teacher gives us a specific goal for this week, in order for us to have a clear direction. | Η δασκάλα μάς δίνει έναν συγκεκριμένο στόχο για αυτή τη βδομάδα, προκειμένου να έχουμε καθαρή κατεύθυνση. |
| It is my own responsibility to study; no one else can do it for me. | Είναι δική μου ευθύνη να διαβάζω, κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει για εμένα. |
| The teacher’s absence today made the class quieter but also a bit empty. | Η απουσία της δασκάλας σήμερα έκανε το μάθημα πιο ήσυχο αλλά και λίγο άδειο. |
| more and more | όλο και |
| I read more and more Greek every evening. | Διαβάζω όλο και περισσότερο ελληνικά κάθε βράδυ. |
| the joy | η χαρά |
| I feel great joy when I speak Greek with my friend (female). | Νιώθω μεγάλη χαρά όταν μιλάω ελληνικά με τη φίλη μου. |
| I see that your effort in Greek is getting bigger every month, and that gives me joy. | Βλέπω ότι η προσπάθειά σου στα ελληνικά γίνεται όλο και μεγαλύτερη κάθε μήνα, και αυτό μου δίνει χαρά. |
| In my family respect and support are more important than money. | Στην οικογένειά μου ο σεβασμός και η στήριξη είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα. |
| When I have a disagreement with my friend, I try to express my opinion calmly and for us to find a compromise. | Όταν έχω διαφωνία με τη φίλη μου, προσπαθώ να εκφράζω ήρεμα τη γνώμη μου και να βρίσκουμε συμβιβασμό. |
| I have the responsibility to take care of our dog, and I am grateful that my sister helps me. | Έχω την ευθύνη να φροντίζω τον σκύλο μας, και είμαι ευγνώμων που η αδερφή μου με βοηθάει. |
| the calendar | το ημερολόγιο |
| Today I write my thoughts in my diary before I go to sleep. | Σήμερα γράφω τις σκέψεις μου στο ημερολόγιό μου πριν κοιμηθώ. |
| I set a notification in the calendar, in order to remember when access to the library will close. | Έβαλα ειδοποίηση στο ημερολόγιο, προκειμένου να θυμηθώ πότε θα κλείσει η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη. |
| to get used to | συνηθίζω |
| I usually drink coffee every morning before work. | Συνηθίζω να πίνω καφέ κάθε πρωί πριν από τη δουλειά. |
| Every morning I make a small effort to speak Greek out loud, in order to get used to the pronunciation. | Κάνω μικρή προσπάθεια κάθε πρωί να μιλάω ελληνικά δυνατά, προκειμένου να συνηθίσω την προφορά. |
| any longer | άλλο |
| I don't want to do anything else today. | Δεν θέλω να κάνω τίποτα άλλο σήμερα. |
| I don’t want to postpone the difficult chapter any longer, because I know it will help me. | Δεν θέλω να αναβάλλω άλλο το δύσκολο κεφάλαιο, γιατί ξέρω ότι θα με βοηθήσει. |
| In the group class I feel that the support of the class makes the practice more pleasant. | Στο ομαδικό μάθημα νιώθω ότι η στήριξη της τάξης κάνει την εξάσκηση πιο ευχάριστη. |
| others | οι άλλοι |
| I live here, but the others live in the village. | Εγώ μένω εδώ, αλλά οι άλλοι μένουν στο χωριό. |
| I try to accept responsibility when I make a mistake, in order to show respect to others. | Προσπαθώ να δέχομαι την ευθύνη όταν κάνω λάθος, προκειμένου να δείχνω σεβασμό στους άλλους. |
| I am grateful for the teacher’s patience and I appreciate her passion for the language. | Είμαι ευγνώμων για την υπομονή της δασκάλας και εκτιμώ το πάθος της για τη γλώσσα. |
| genuine | αληθινός |
| This story is true and very interesting. | Αυτή η ιστορία είναι αληθινή και πολύ ενδιαφέρουσα. |
| I believe that a friendship lasts many years when there is respect, compromise and genuine support. | Πιστεύω ότι μια φιλία κρατάει πολλά χρόνια όταν υπάρχει σεβασμός, συμβιβασμός και αληθινή στήριξη. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io