| beginner | αρχάριος |
| to make progress | προχωράω |
| I keep making a little progress every day in the Greek lesson. | Συνεχίζω να προχωράω λίγο κάθε μέρα στο μάθημα ελληνικών. |
| I am still a beginner in Greek, but I feel that I am making progress. | Είμαι ακόμα αρχάριος στα ελληνικά, αλλά νιώθω ότι προχωράω. |
| advanced | προχωρημένος |
| My cousin (male) is at an advanced level, but I am not so advanced. | Ο ξάδερφός μου είναι σε προχωρημένο επίπεδο, αλλά εγώ δεν είμαι τόσο προχωρημένος. |
| which | ο οποίος |
| This lesson is more advanced than the previous one, in which we did only basic grammar. | Αυτό το μάθημα είναι πιο προχωρημένο από το προηγούμενο, στο οποίο κάναμε μόνο βασική γραμματική. |
| the example | το παράδειγμα |
| the unit | η ενότητα |
| The teacher (female) gives an example in every unit of the book. | Η δασκάλα δίνει ένα παράδειγμα σε κάθε ενότητα του βιβλίου. |
| the vocabulary | το λεξιλόγιο |
| the feeling | το συναίσθημα |
| Today I am learning vocabulary for feelings and relationships. | Σήμερα μαθαίνω λεξιλόγιο για τα συναισθήματα και τις σχέσεις. |
| the text | το κείμενο |
| emotional | συναισθηματικός |
| I am reading a text that is a bit emotional, but very beautiful. | Διαβάζω ένα κείμενο που είναι λίγο συναισθηματικό, αλλά πολύ όμορφο. |
| the translation | η μετάφραση |
| I write the new vocabulary in my notebook together with the translation into English. | Γράφω το νέο λεξιλόγιο στο τετράδιό μου μαζί με τη μετάφραση στα αγγλικά. |
| Translation is difficult, but it helps a lot when the text is advanced. | Η μετάφραση είναι δύσκολη, αλλά βοηθάει πολύ όταν το κείμενο είναι προχωρημένο. |
| the summary | η περίληψη |
| main | βασικός |
| My main goal is to speak Greek every day. | Ο βασικός μου στόχος είναι να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα. |
| the point | το σημείο |
| I write a short summary after each text in order to remember the main points. | Γράφω μια μικρή περίληψη μετά από κάθε κείμενο, για να θυμάμαι τα βασικά σημεία. |
| The summary that you wrote is clear and does not miss any important point. | Η περίληψη που έγραψες είναι ξεκάθαρη και δεν χάνει κανένα σημαντικό σημείο. |
| creative | δημιουργικός |
| the material | το υλικό |
| the email | το email |
| Our teacher (female) is very creative and always brings new material to class or sends it to us by email. | Η δασκάλα μας είναι πολύ δημιουργική και φέρνει πάντα καινούριο υλικό στην τάξη ή μας το στέλνει με email. |
| by | με |
| I am talking with my mom on the phone. | Μιλάω με τη μαμά μου στο τηλέφωνο. |
| organized | οργανωμένος |
| My friend is very organized at work. | Ο φίλος μου είναι πολύ οργανωμένος στη δουλειά. |
| All the course material, which is sent by email, is very well organized. | Όλο το υλικό του μαθήματος, το οποίο στέλνεται με email, είναι πολύ καλά οργανωμένο. |
| the imagination | η φαντασία |
| I try to be creative and to use my imagination when I write short stories in Greek. | Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός και να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου όταν γράφω μικρές ιστορίες στα ελληνικά. |
| the creation | η δημιουργία |
| The creation of a good story needs time and imagination. | Η δημιουργία μιας καλής ιστορίας χρειάζεται χρόνο και φαντασία. |
| the dialogue | ο διάλογος |
| The dialogue in class today is in Greek. | Ο διάλογος στην τάξη σήμερα είναι στα ελληνικά. |
| I like the creation of simple dialogues, which I can remember easily. | Μου αρέσει η δημιουργία απλών διαλόγων, τους οποίους μπορώ να θυμάμαι εύκολα. |
| the patience | η υπομονή |
| The teacher (female) has a lot of patience with beginner students. | Η δασκάλα έχει πολλή υπομονή με τους αρχάριους μαθητές. |
| I also need patience with myself when I make many mistakes. | Χρειάζομαι κι εγώ υπομονή με τον εαυτό μου όταν κάνω πολλά λάθη. |
| the friendship | η φιλία |
| who | ο οποίος |
| My friendship with a friend of mine, who lives in Greece, helps me to speak more. | Η φιλία μου με μια φίλη μου, η οποία μένει στην Ελλάδα, με βοηθάει να μιλάω περισσότερο. |
| to make a comparison | κάνω σύγκριση |
| In the Greek class I make a comparison between the old and the new text. | Στο μάθημα ελληνικών κάνω σύγκριση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο κείμενο. |
| We are making a comparison between two texts that talk about the same friendship. | Κάνουμε σύγκριση ανάμεσα σε δύο κείμενα που μιλάνε για την ίδια φιλία. |
| the comparison | η σύγκριση |
| The comparison with my old texts gives me hope. | Η σύγκριση με τα παλιά μου κείμενα μου δίνει ελπίδα. |
| to show | δείχνω |
| Can you show it to me on the phone? | Μπορείς να μου το δείξεις στο τηλέφωνο; |
| the difference | η διαφορά |
| The difference between the old book and the new one is small. | Η διαφορά ανάμεσα στο παλιό βιβλίο και στο καινούριο είναι μικρή. |
| the style | το ύφος |
| The comparison with my old texts shows a big difference in style and in vocabulary. | Η σύγκριση με τα παλιά μου κείμενα δείχνει μεγάλη διαφορά στο ύφος και στο λεξιλόγιο. |
| formal | επίσημος |
| informal | άτυπος |
| the conversation | η συζήτηση |
| The discussion about the future helps us feel calmer. | Η συζήτηση για το μέλλον μας βοηθάει να νιώθουμε πιο ήρεμοι. |
| This word is more formal than the other one, which is used mainly in informal conversations. | Αυτή η λέξη είναι πιο επίσημη από την άλλη, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως σε άτυπες συζητήσεις. |
| In the CV and in the contract I always write in a very formal style. | Στο βιογραφικό και στο συμβόλαιο γράφω πάντα με πολύ επίσημο ύφος. |
| natural | φυσικός |
| I prefer natural food at home. | Προτιμώ το φυσικό φαγητό στο σπίτι. |
| With my friends I speak in an informal way, which is more natural for us. | Με τους φίλους μου μιλάω με άτυπο τρόπο, ο οποίος είναι πιο φυσικός για εμάς. |
| The vocabulary that we are learning today has many words for feelings. | Το λεξιλόγιο, το οποίο μαθαίνουμε σήμερα, έχει πολλές λέξεις για συναισθήματα. |
| The professor (male), who is very emotional, often tells us personal stories. | Ο καθηγητής, ο οποίος είναι πολύ συναισθηματικός, μας λέει συχνά προσωπικές ιστορίες. |
| to cry | κλαίω |
| My friend cries when she is sad. | Η φίλη μου κλαίει όταν είναι λυπημένη. |
| at the end | στο τέλος |
| In the end everyone was ready. | Στο τέλος όλοι ήταν έτοιμοι. |
| The movie was so emotional that my friend (female) cried at the end. | Η ταινία ήταν τόσο συναισθηματική που η φίλη μου έκλαψε στο τέλος. |
| the pride | η περηφάνια |
| I feel pride when I understand texts that used to be very difficult. | Νιώθω περηφάνια όταν καταλαβαίνω κείμενα που πριν ήταν πολύ δύσκολα. |
| great | μεγάλος |
| The tree in the park is very big. | Το δέντρο στο πάρκο είναι πολύ μεγάλο. |
| My parents feel great pride in my Greek. | Οι γονείς μου νιώθουν μεγάλη περηφάνια για τα ελληνικά μου. |
| focused | συγκεντρωμένος |
| Today I am very focused in class and I don’t look at my phone at all. | Σήμερα είμαι πολύ συγκεντρωμένος στο μάθημα και δεν κοιτάω καθόλου το κινητό μου. |
| When I am focused (female), I write quickly and almost without mistakes. | Όταν είμαι συγκεντρωμένη, γράφω γρήγορα και σχεδόν χωρίς λάθη. |
| At this point in the book the teacher (female) stops and explains the new rule to us. | Σε αυτό το σημείο του βιβλίου η δασκάλα σταματάει και μας εξηγεί τον νέο κανόνα. |
| In the same unit there are also exercises which ask for translation and a short summary. | Μέσα στην ίδια ενότητα υπάρχουν και ασκήσεις, οι οποίες ζητάνε μετάφραση και μικρή περίληψη. |
| these | αυτές |
| They are from here. | Αυτές είναι από εδώ. |
| These exercises are a good example of how we can remember the new words better. | Αυτές οι ασκήσεις είναι καλό παράδειγμα για το πώς μπορούμε να θυμόμαστε καλύτερα τις νέες λέξεις. |