| Question | Answer |
|---|---|
| as soon as | με το που |
| to lock | κλειδώνω |
| to test | δοκιμάζω |
| Today I’m trying to write five phrases in Greek without a dictionary. | Σήμερα δοκιμάζω να γράψω πέντε φράσεις στα ελληνικά χωρίς λεξικό. |
| the lock | η κλειδαριά |
| As soon as I get home, I lock the door and test the lock. | Με το που φτάνω στο σπίτι, κλειδώνω την πόρτα και δοκιμάζω την κλειδαριά. |
| last night | χτες το βράδυ |
| the alarm | ο συναγερμός |
| to go off | χτυπάω |
| I ring the doorbell and wait a bit outside. | Χτυπάω το κουδούνι και περιμένω λίγο έξω. |
| to jump up | πετάγομαι |
| I’m popping over to the bank and then I’m coming home. | Πετάγομαι μέχρι την τράπεζα και μετά έρχομαι σπίτι. |
| Last night the alarm went off and I jumped out of bed. | Χτες το βράδυ ο συναγερμός χτύπησε και πετάχτηκα από το κρεβάτι. |
| to need | έχω ανάγκη από |
| Today I need a little rest, so I stay home. | Σήμερα έχω ανάγκη από λίγη ξεκούραση, οπότε μένω σπίτι. |
| I need a bit of quiet to study. | Έχω ανάγκη από λίγη ησυχία για να διαβάσω. |
| to let (someone) know / to notify | ειδοποιώ |
| I will let you know immediately, in case the envelope gets lost. | Θα σε ειδοποιήσω αμέσως, σε περίπτωση που χαθεί ο φάκελος. |
| the electrician | ο ηλεκτρολόγος |
| Can you let me know when the electrician arrives, please? | Μπορείτε να με ειδοποιήσετε όταν έρθει ο ηλεκτρολόγος, παρακαλώ; |
| the switch | ο διακόπτης |
| the hallway | ο διάδρομος |
| Wait two minutes in the hallway, please. | Περίμενε δύο λεπτά στον διάδρομο, παρακαλώ. |
| The switch in the hallway doesn’t turn on the light, so I’m looking for the electrician. | Ο διακόπτης στο διάδρομο δεν ανάβει το φως, οπότε ψάχνω τον ηλεκτρολόγο. |
| The electrician came, changed the switch, and now everything works. | Ο ηλεκτρολόγος ήρθε, άλλαξε τον διακόπτη και τώρα όλα λειτουργούν. |
| to exist / there to be | υπάρχω |
| I can’t function without coffee in the morning. | Δεν υπάρχω χωρίς καφέ το πρωί. |
| the leak | η διαρροή |
| the plumber | ο υδραυλικός |
| In the kitchen there was a leak under the tap, and the plumber fixed it in ten minutes. | Στην κουζίνα υπήρχε διαρροή κάτω από τη βρύση, και ο υδραυλικός την έφτιαξε σε δέκα λεπτά. |
| if | άμα |
| If I see a leak again, I’ll call the plumber immediately. | Άμα δω πάλι διαρροή, θα πάρω αμέσως τον υδραυλικό. |
| to live with / to cohabit | συγκατοικώ |
| I live with my friend (male) near the university. | Συγκατοικώ με τον φίλο μου κοντά στο πανεπιστήμιο. |
| the roommate | ο συγκάτοικος |
| The lock doesn’t open well, so I’m waiting for my roommate outside. | Η κλειδαριά δεν ανοίγει καλά, οπότε περιμένω τον συγκάτοικό μου έξω. |
| My roommate always locks the door as soon as he gets home. | Ο συγκάτοικός μου κλειδώνει πάντα την πόρτα με το που φτάνει στο σπίτι. |
| I live with a roommate who loves silence as much as I do. | Συγκατοικώ με μια συγκάτοικο που αγαπάει τη σιωπή όσο κι εγώ. |
| As soon as the video call ends, I’ll send you a message. | Με το που τελειώσει η βιντεοκλήση, θα σου στείλω ένα μήνυμα. |
| to connect | συνδέομαι |
| the Wi‑Fi | το Wi‑Fi |
| Every evening I connect to the home Wi‑Fi to download the lesson files. | Κάθε βράδυ συνδέομαι στο Wi‑Fi του σπιτιού για να κατεβάσω τα αρχεία του μαθήματος. |
| At the café the Wi‑Fi is free, but it’s usually slow. | Στο καφέ το Wi‑Fi είναι δωρεάν, αλλά συνήθως είναι αργό. |
| the data | τα δεδομένα |
| If I can’t connect to the Wi‑Fi, I use mobile data only for a few minutes. | Άμα δεν μπορώ να συνδεθώ στο Wi‑Fi, χρησιμοποιώ δεδομένα στο κινητό μόνο για λίγα λεπτά. |
| to save | αποθηκεύω |
| the folder | ο φάκελος |
| I put the envelope in my bag before I leave for the bank. | Βάζω τον φάκελο στην τσάντα μου πριν φύγω για την τράπεζα. |
| not | μη |
| Speak more slowly, so that there isn’t a misunderstanding. | Μίλα πιο αργά, για να μη γίνει παρεξήγηση. |
| I save my notes in a folder so they don’t get lost. | Αποθηκεύω τις σημειώσεις μου σε έναν φάκελο, για να μη χαθούν. |
| to shut down | σβήνω |
| I turn off the lamp in the office when I finish work. | Σβήνω τη λάμπα στο γραφείο όταν τελειώνω τη δουλειά. |
| to make a copy | κάνω αντίγραφο |
| I make a copy of the file and save it in a second folder, so that it doesn’t get lost. | Κάνω αντίγραφο του αρχείου και το αποθηκεύω σε δεύτερο φάκελο, για να μη χαθεί. |
| Before the computer shut down, I saved the text and made a copy. | Πριν σβήσει ο υπολογιστής, αποθήκευσα το κείμενο και έκανα ένα αντίγραφο. |
| the copy | το αντίγραφο |
| You keep a copy too, in case the file breaks. | Κράτα κι εσύ ένα αντίγραφο, σε περίπτωση που το αρχείο χαλάσει. |
| spare | εφεδρικός |
| I have a spare charger in my bag, because the battery runs out quickly. | Έχω έναν εφεδρικό φορτιστή στην τσάντα μου, γιατί η μπαταρία τελειώνει γρήγορα. |
| the pet | το κατοικίδιο |
| to hide | κρύβομαι |
| I hide when I hear the alarm at night. | Κρύβομαι όταν ακούω τον συναγερμό τη νύχτα. |
| Our pet, a small cat, hides when she hears the alarm. | Το κατοικίδιό μας, μια μικρή γάτα, κρύβεται όταν ακούει τον συναγερμό. |
| to take (to) | πηγαίνω |
| I’m going to the pharmacy after work, because I cough a lot. | Πηγαίνω στο φαρμακείο μετά τη δουλειά, γιατί βήχω πολύ. |
| the veterinarian / the vet | ο κτηνίατρος |
| I have an appointment with the vet tomorrow morning. | Έχω ραντεβού με τον κτηνίατρο αύριο το πρωί. |
| Today we took the pet to the vet, because she wasn’t eating well. | Σήμερα πήγαμε το κατοικίδιο στον κτηνίατρο, γιατί δεν έτρωγε καλά. |
| the vet | ο κτηνίατρος |
| Don’t worry, the vet will help us tomorrow. | Μην ανησυχείς, ο κτηνίατρος θα μας βοηθήσει αύριο. |
| the food | η τροφή |
| We have to change the cat’s food, because she isn’t eating well. | Πρέπει να αλλάξουμε την τροφή της γάτας, γιατί δεν τρώει καλά. |
| The vet told us to change her food and wait two days. | Ο κτηνίατρος μας είπε να αλλάξουμε τροφή και να περιμένουμε δύο μέρες. |
| congratulations | συγχαρητήρια |
| Congratulations, you got a good grade on the Greek exam! | Συγχαρητήρια, πήρες καλό βαθμό στην εξέταση ελληνικών! |
| Congratulations on your grade; if you keep it up, you’ll speak more and more comfortably. | Συγχαρητήρια για τον βαθμό σου· άμα συνεχίσεις έτσι, θα μιλάς όλο και πιο άνετα. |
| to come back / to return | γυρίζω |
| When I come back from the market, I stop by the pharmacy. | Όταν γυρίζω από την αγορά, περνάω από το φαρμακείο. |
| to lock (up) | κλειδώνω |
| When I am alone at home at night, I lock the door. | Όταν είμαι μόνος στο σπίτι τη νύχτα, κλειδώνω την πόρτα. |
| the place / position | η θέση |
| Today my seat in the classroom is next to my friend. | Σήμερα η θέση μου στην τάξη είναι δίπλα στη φίλη μου. |
| Tomorrow, as soon as we get back, we’ll lock up well and leave the spare keys in their place. | Αύριο, με το που γυρίσουμε, θα κλειδώσουμε καλά και θα αφήσουμε τα εφεδρικά κλειδιά στη θέση τους. |
| to unlock | ξεκλειδώνω |
| As soon as I get home, I unlock the door and go inside. | Μόλις φτάνω σπίτι, ξεκλειδώνω την πόρτα και μπαίνω μέσα. |
| to check / to look | κοιτάζω |
| I check the receipt carefully before I leave the store. | Κοιτάω προσεκτικά την απόδειξη πριν φύγω από το κατάστημα. |
| to be able (can) | μπορώ |
| I can wait two minutes, but then I have to leave. | Μπορώ να περιμένω δύο λεπτά, αλλά μετά πρέπει να φύγω. |
| If you unlock before you check who is outside, a misunderstanding can happen, so wait a bit. | Αν ξεκλειδώσεις πριν κοιτάξεις ποιος είναι έξω, μπορεί να γίνει παρεξήγηση, οπότε περίμενε λίγο. |
| so ... that | τόσο ... που |
| You speak so fast that I don’t understand anything. | Μιλάς τόσο γρήγορα που δεν καταλαβαίνω τίποτα. |
| Last night I was so tired that I went to sleep early. | Χτες το βράδυ ήμουν τόσο κουρασμένος που κοιμήθηκα νωρίς. |
| frozen / stuck | κολλημένος |
| Today I’m stuck on the internet, so I’m not doing any revision. | Σήμερα είμαι κολλημένος στο ίντερνετ, οπότε δεν κάνω επανάληψη. |
| Today the Wi‑Fi is frozen, so I use the mobile data on my phone for a few minutes. | Σήμερα το Wi‑Fi είναι κολλημένο, οπότε χρησιμοποιώ τα δεδομένα στο κινητό για λίγα λεπτά. |
| in / into | σε |
| Which city will we go to in the summer? | Σε ποια πόλη θα πάμε το καλοκαίρι; |
| I put the copy in the envelope, so that it doesn’t get lost. | Βάζω το αντίγραφο στον φάκελο, για να μη χαθεί. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io