| the channel | το κανάλι |
| the news | η είδηση |
| the internet | το διαδίκτυο |
| social | κοινωνικός |
| the network | το δίκτυο |
| I have a favorite channel with news on the internet and on a social network. | Έχω ένα αγαπημένο κανάλι με ειδήσεις στο διαδίκτυο και σε ένα κοινωνικό δίκτυο. |
| the user | ο χρήστης |
| the profile | το προφίλ |
| the photo | η φωτογραφία |
| Every user has a profile with a photo and a name. | Κάθε χρήστης έχει προφίλ με φωτογραφία και όνομα. |
| On my friend's profile I often see photos from her vacations. | Στο προφίλ της φίλης μου βλέπω συχνά φωτογραφίες από τις διακοπές της. |
| the comment | το σχόλιο |
| My friend always writes comments under my photos. | Η φίλη μου γράφει πάντα σχόλια κάτω από τις φωτογραφίες μου. |
| to comment | σχολιάζω |
| most | περισσότερος |
| I want more help in the lesson. | Θέλω περισσότερη βοήθεια στο μάθημα. |
| own | δικός |
| This is my own book. | Αυτό είναι δικό μου βιβλίο. |
| Sometimes I also comment, but most comments are hers. | Μερικές φορές σχολιάζω κι εγώ, αλλά τα περισσότερα σχόλια είναι δικά της. |
| to share | μοιράζομαι |
| personal | προσωπικός |
| My cousin (female) does not easily share personal information on the internet. | Η ξαδέρφη μου δεν μοιράζεται εύκολα προσωπικές πληροφορίες στο διαδίκτυο. |
| to promise | υπόσχομαι |
| to spend (time) | περνάω |
| Today I am having a good time at the office with my colleagues. | Σήμερα περνάω καλά στο γραφείο με τους συναδέλφους μου. |
| Today I promise to spend less time on my phone. | Σήμερα υπόσχομαι να περάσω λιγότερο χρόνο στο κινητό. |
| Yesterday you promised to send me the video, but you forgot. | Χτες υποσχέθηκες να μου στείλεις το βίντεο, αλλά το ξέχασες. |
| to miss | λείπω |
| When my friend (female) travels, I miss her a lot. | Όταν η φίλη μου ταξιδεύει, μου λείπει πολύ. |
| too | και |
| I also want to go on vacation in Greece. | Και εγώ θέλω να κάνω διακοπές στην Ελλάδα. |
| She misses me too when we don’t talk every day. | Της λείπω κι εγώ όταν δεν μιλάμε κάθε μέρα. |
| to cancel | ακυρώνω |
| If it is raining a lot, I cancel the walk in the park. | Αν βρέχει πολύ, ακυρώνω τη βόλτα στο πάρκο. |
| Because of a lot of work I’m cancelling the walk in the park. | Λόγω πολλής δουλειάς ακυρώνω τη βόλτα στο πάρκο. |
| to be cancelled | ακυρώνομαι |
| The walk is cancelled today because it is raining. | Η βόλτα σήμερα ακυρώνεται γιατί βρέχει. |
| Tomorrow’s meeting will probably be cancelled if there is a storm. | Η συνάντηση αύριο μάλλον θα ακυρωθεί αν έχει καταιγίδα. |
| the member | το μέλος |
| the group | η ομάδα |
| the dance | ο χορός |
| Dance is my favorite sport. | Ο χορός είναι το αγαπημένο μου άθλημα. |
| My sister is a member of a dance group at the university. | Η αδερφή μου είναι μέλος σε μια ομάδα χορού στο πανεπιστήμιο. |
| mutual | κοινός |
| We have a mutual friend who lives in the same neighborhood. | Έχουμε έναν κοινό φίλο που μένει στην ίδια γειτονιά. |
| funny | αστείος |
| My friend is very funny. | Ο φίλος μου είναι πολύ αστείος. |
| Our mutual friend, who is a member of the same group, often shares funny videos with us. | Ο κοινός μας φίλος, που είναι μέλος στην ίδια ομάδα, συχνά μοιράζεται μαζί μας αστεία βίντεο. |
| to move on | προχωράω |
| I walk carefully on the road when there is a lot of traffic. | Προχωράω προσεκτικά στον δρόμο όταν έχει πολύ κίνηση. |
| anymore | άλλο |
| After the difficult discussion we decided to move on and not talk anymore about the problem. | Μετά τη δύσκολη συζήτηση αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και να μην μιλάμε άλλο για το πρόβλημα. |
| to move forward | προχωράω |
| We walk slowly in the park and relax. | Προχωράμε αργά στο πάρκο και χαλαρώνουμε. |
| the balance | η ισορροπία |
| the life | η ζωή |
| Life in the city is difficult. | Η ζωή στην πόλη είναι δύσκολη. |
| Her career is moving forward quickly, but she is still trying to have balance in her life. | Η καριέρα της προχωράει γρήγορα, αλλά ακόμα προσπαθεί να έχει ισορροπία στη ζωή της. |
| to invite | προσκαλώ |
| I invite my colleague (female) to a small celebration at home. | Προσκαλώ τη συνάδελφό μου σε μια μικρή γιορτή στο σπίτι. |
| to manage in time | προλαβαίνω |
| In the morning before work I don’t have time to drink coffee. | Το πρωί πριν τη δουλειά δεν προλαβαίνω να πίνω καφέ. |
| My friend (female) invited me to her new apartment, but I don’t know if I will manage in time. | Η φίλη μου με προσκάλεσε στο νέο της διαμέρισμα, αλλά δεν ξέρω αν θα προλάβω. |
| to accept | δέχομαι |
| I usually accept all her invitations, because we have a good time together. | Συνήθως δέχομαι όλες τις προσκλήσεις της, γιατί περνάμε καλά μαζί. |
| Today however I can’t accept another invitation, I am tired (male). | Σήμερα όμως δεν μπορώ να δεχτώ άλλη πρόσκληση, είμαι κουρασμένος. |
| to improve | βελτιώνω |
| greatly | πολύ |
| Today is a very beautiful day. | Σήμερα είναι πολύ όμορφη μέρα. |
| the Greek language | τα ελληνικά |
| I believe that daily practice greatly improves my Greek. | Πιστεύω ότι η καθημερινή εξάσκηση βελτιώνει πολύ τα ελληνικά μου. |
| the pronunciation | η προφορά |
| I like your pronunciation. | Μου αρέσει η προφορά σου. |
| to record | ηχογραφώ |
| In order to improve my pronunciation, I record my voice and listen to it again. | Για να βελτιώσω την προφορά μου, ηχογραφώ τη φωνή μου και την ακούω ξανά. |
| Sometimes I record the teacher’s (female) voice in class when this is allowed. | Μερικές φορές ηχογραφώ τη φωνή της δασκάλας στο μάθημα, όταν αυτό επιτρέπεται. |
| to be going to | πρόκειται |
| Tomorrow I am going to be at the office all day. | Αύριο πρόκειται να είμαι στο γραφείο όλη μέρα. |
| In the summer I am going to go to a Greek seminar in Greece. | Το καλοκαίρι πρόκειται να πάω σε ένα σεμινάριο ελληνικών στην Ελλάδα. |
| to be going to | πρόκειται να |
| Tonight we are going to take a walk in the park. | Απόψε πρόκειται να κάνουμε βόλτα στο πάρκο. |
| The teacher (female) told us that the seminar is going to be more difficult than the previous one. | Η δασκάλα μάς είπε ότι το σεμινάριο πρόκειται να είναι πιο δύσκολο από το προηγούμενο. |
| possible | πιθανός |
| the change | η αλλαγή |
| certain | σίγουρος |
| There is a possible change in the schedule, but it is still not certain. | Υπάρχει μια πιθανή αλλαγή στο πρόγραμμα, αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρο. |
| If this possible change happens, the meeting will start an hour earlier. | Αν γίνει αυτή η πιθανή αλλαγή, η συνάντηση θα αρχίσει μια ώρα νωρίτερα. |
| otherwise | αλλιώς |
| to make it in time | προλαβαίνω |
| I don’t have time to go for a walk today, because I work until the evening. | Δεν προλαβαίνω να κάνω βόλτα σήμερα, γιατί δουλεύω μέχρι το βράδυ. |
| I must study today, otherwise I will not make the deadline. | Πρέπει να διαβάσω σήμερα, αλλιώς δεν θα προλάβω την προθεσμία. |
| Turn off the TV, otherwise I can’t concentrate on the news. | Κλείσε την τηλεόραση, αλλιώς δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στις ειδήσεις. |
| On the same channel I also watch old movies. | Στο ίδιο κανάλι βλέπω και παλιές ταινίες. |
| New users often don’t read the rules of the social network. | Οι νέοι χρήστες συχνά δεν διαβάζουν τους κανόνες του κοινωνικού δικτύου. |
| I don’t like to comment when the discussion is very personal. | Δεν μου αρέσει να σχολιάζω όταν η συζήτηση είναι πολύ προσωπική. |
| I need balance between work and rest. | Χρειάζομαι ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και στην ξεκούραση. |
| anything | κάτι |
| Do you want us to do something together tomorrow? | Θέλεις να κάνουμε κάτι μαζί αύριο; |
| Do you want anything else? | Θέλεις κάτι άλλο; |
| the subject | το μάθημα |
| I don't have class today, so I stay at home. | Δεν έχω μάθημα σήμερα, οπότε μένω σπίτι. |
| Greek is a very important subject. | Τα ελληνικά είναι πολύ σημαντικό μάθημα. |
| the decision | η απόφαση |
| Now I am calm about my decision. | Τώρα είμαι ήρεμος με την απόφασή μου. |
| Today I am very sure about my decision. | Σήμερα είμαι πολύ σίγουρος για την απόφασή μου. |