| the mood | η διάθεση |
| Today I don’t have any mood for work. | Σήμερα δεν έχω καθόλου διάθεση για δουλειά. |
| the desire | η όρεξη |
| Today I don’t feel like going to the gym. | Σήμερα δεν έχω όρεξη να πάω στο γυμναστήριο. |
| that way | έτσι |
| Don’t talk like that, please. | Μην μιλάς έτσι, σε παρακαλώ. |
| to improve | φτιάχνω |
| On Saturdays we make a simple dinner and then relax in the living room. | Τα Σάββατα φτιάχνουμε απλό βραδινό και μετά χαλαρώνουμε στο σαλόνι. |
| But I feel like a short walk, because that way my mood improves. | Έχω όμως όρεξη για μια μικρή βόλτα, γιατί έτσι φτιάχνει η διάθεσή μου. |
| the moment that | τη στιγμή που |
| The moment I arrive home, my mom hugs me. | Τη στιγμή που φτάνω στο σπίτι, η μαμά μου με παίρνει αγκαλιά. |
| The moment I go out of the house, it starts to rain. | Τη στιγμή που βγαίνω από το σπίτι, αρχίζει να βρέχει. |
| I could work a bit now, but I prefer to rest. | Θα μπορούσα να δουλέψω λίγο τώρα, αλλά προτιμώ να ξεκουραστώ. |
| If I had more energy/interest, I could finish the whole assignment today. | Αν είχα περισσότερη όρεξη, θα μπορούσα να τελειώσω όλη την εργασία σήμερα. |
| the test | ο έλεγχος |
| Tomorrow we have a test in class, so I want to be focused. | Αύριο έχουμε έλεγχο στο μάθημα, οπότε θέλω να είμαι συγκεντρωμένος. |
| the progress | η εξέλιξη |
| The test is not an exam, but a small way for the teacher to see our progress. | Ο έλεγχος δεν είναι εξέταση, αλλά ένας μικρός τρόπος για να δει η δασκάλα την εξέλιξή μας. |
| to appear | φαίνομαι |
| In the video call I don’t look good, because the camera doesn’t work. | Στη βιντεοκλήση δεν φαίνομαι καλά, γιατί η κάμερα δεν δουλεύει. |
| the result | το αποτέλεσμα |
| The progress in Greek appears in the result of each small test. | Η εξέλιξη στα ελληνικά φαίνεται στο αποτέλεσμα κάθε μικρού ελέγχου. |
| the chance | η πιθανότητα |
| There is always a chance that there will be traffic when I go to the center. | Υπάρχει πάντα πιθανότητα να έχει κίνηση όταν πηγαίνω στο κέντρο. |
| There is a high chance that the result will be good if you study often. | Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το αποτέλεσμα να είναι καλό αν διαβάζεις συχνά. |
| the possibility | η πιθανότητα |
| The possibility of making a mistake is always there, but that is natural. | Η πιθανότητα να κάνεις λάθος είναι πάντα εκεί, αλλά αυτό είναι φυσικό. |
| to have a chat | κάνω κουβέντα |
| In the evening I have a chat with my mom in the living room. | Το βράδυ κάνω κουβέντα με τη μαμά μου στο σαλόνι. |
| during | σε |
| In August I want to go to a quiet village. | Τον Αύγουστο θέλω να πάω σε ήσυχο χωριό. |
| the break | το διάλειμμα |
| When does the break start in the Greek class? | Πότε αρχίζει το διάλειμμα στο μάθημα ελληνικών; |
| After class we have a relaxed chat with the teacher during the break. | Μετά το μάθημα κάνουμε χαλαρή κουβέντα με τη δασκάλα στο διάλειμμα. |
| the chat | η κουβέντα |
| to communicate | επικοινωνώ |
| naturally | φυσικά |
| Of course I can help you with Greek. | Φυσικά μπορώ να σε βοηθήσω με τα ελληνικά. |
| Through this chat I communicate more naturally in Greek. | Μέσα από αυτή την κουβέντα επικοινωνώ πιο φυσικά στα ελληνικά. |
| At home I communicate with my friend only in Greek when we have a video call. | Στο σπίτι επικοινωνώ με τη φίλη μου μόνο στα ελληνικά όταν κάνουμε βιντεοκλήση. |
| the misunderstanding | η παρεξήγηση |
| When I don’t speak clearly, a misunderstanding easily happens. | Όταν δεν μιλάω ξεκάθαρα, γίνεται εύκολα παρεξήγηση. |
| the group | η παρέα |
| Today I am having a good time with my group of friends in the park. | Σήμερα περνάω καλά με την παρέα μου στο πάρκο. |
| A small misunderstanding can change the mood of the whole group. | Μια μικρή παρεξήγηση μπορεί να αλλάξει τη διάθεση όλης της παρέας. |
| the beginning | η αρχή |
| confused | μπερδεμένος |
| At the beginning of the lesson I feel confused with the new rules. | Στην αρχή του μαθήματος νιώθω μπερδεμένος με τους νέους κανόνες. |
| But when the teacher explains slowly, I am not so confused anymore. | Όταν όμως η δασκάλα εξηγεί αργά, δεν είμαι πια τόσο μπερδεμένος. |
| the obligation | η υποχρέωση |
| the assignment | η εργασία |
| the appetite | η όρεξη |
| When I am sick, I don't feel like eating at all. | Όταν είμαι άρρωστος, δεν έχω καθόλου όρεξη για φαγητό. |
| I have the obligation to do my assignment, even if I don’t feel like it. | Έχω την υποχρέωση να κάνω την εργασία μου, ακόμα κι αν δεν έχω όρεξη. |
| You could help a bit too, but you don’t have the same obligation. | Θα μπορούσες κι εσύ να βοηθήσεις λίγο, αλλά δεν έχεις την ίδια υποχρέωση. |
| the pressure | η πίεση |
| I don’t want to put pressure on you, I just ask for a bit of help. | Δεν θέλω να σου βάζω πίεση, απλώς ζητάω λίγη βοήθεια. |
| If I didn’t have so much pressure at work, I could do more practice. | Αν δεν είχα τόση πίεση στη δουλειά, θα μπορούσα να κάνω περισσότερη εξάσκηση. |
| the agreement | η συμφωνία |
| My friend and I make a simple agreement to speak only Greek on Saturdays. | Με τη φίλη μου κάνουμε μια απλή συμφωνία να μιλάμε μόνο ελληνικά τα Σάββατα. |
| the purpose | ο σκοπός |
| For me the purpose is for us to have a good time together in class. | Για εμένα ο σκοπός είναι να περνάμε καλά μαζί στην τάξη. |
| The purpose of this agreement is for us to feel more comfortable in the language. | Ο σκοπός αυτής της συμφωνίας είναι να νιώθουμε πιο άνετοι στη γλώσσα. |
| ideal | ιδανικός |
| For me the ideal coffee is Greek coffee in the morning. | Για εμένα ο ιδανικός καφές είναι ο ελληνικός καφές το πρωί. |
| the aim | ο σκοπός |
| My ideal aim is to study every day without getting tired. | Ο ιδανικός μου σκοπός είναι να διαβάζω κάθε μέρα χωρίς να κουράζομαι. |
| pleasant | ευχάριστος |
| The chat with my friend in the living room is very pleasant. | Η κουβέντα με τη φίλη μου στο σαλόνι είναι πολύ ευχάριστη. |
| When the lesson is pleasant, time passes quickly. | Όταν το μάθημα είναι ευχάριστο, ο χρόνος περνάει γρήγορα. |
| the energy | η ενέργεια |
| even | ακόμα και |
| Even when I am tired, I read a little Greek. | Ακόμα και όταν είμαι κουρασμένος, διαβάζω λίγο ελληνικά. |
| The teacher has a lot of energy and makes even grammar pleasant. | Η δασκάλα έχει πολλή ενέργεια και κάνει ακόμα και τη γραμματική ευχάριστη. |
| no matter how much | όσο κι αν |
| However much I read, today I don’t understand well. | Όσο κι αν διαβάζω, σήμερα δεν καταλαβαίνω καλά. |
| Without enough energy I can’t concentrate, no matter how much I try. | Χωρίς αρκετή ενέργεια δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, όσο κι αν προσπαθώ. |
| steady | σταθερός |
| I try to have a steady schedule, with a bit of practice every morning. | Προσπαθώ να έχω σταθερό πρόγραμμα, με λίγη εξάσκηση κάθε πρωί. |
| the rhythm | ο ρυθμός |
| With this steady rhythm I feel that my progress is certain. | Με αυτόν τον σταθερό ρυθμό νιώθω ότι η εξέλιξή μου είναι σίγουρη. |
| At the beginning of the year the teacher told us the main aims of the course. | Στην αρχή της χρονιάς η δασκάλα μάς είπε τους βασικούς σκοπούς του μαθήματος. |
| Could you make me a coffee, if you have time? | Θα μπορούσατε να μου φτιάξετε έναν καφέ, αν έχετε χρόνο; |
| I like the rhythm of the Greek language when I hear it on the radio. | Μου αρέσει ο ρυθμός της ελληνικής γλώσσας όταν την ακούω στο ραδιόφωνο. |
| high | μεγάλος |
| Our apartment is not big, but it is quiet. | Το διαμέρισμά μας δεν είναι μεγάλο, αλλά είναι ήσυχο. |
| The chance that we will have success this year is high. | Η πιθανότητα να έχουμε επιτυχία φέτος είναι μεγάλη. |
| to have time | προλαβαίνω |
| I won't catch the train today. | Δεν θα προλάβω το τρένο σήμερα. |
| Today I don’t have time to do the assignment. | Σήμερα δεν προλαβαίνω να κάνω την εργασία. |