| το μονοπάτι |
| η κορυφή |
On the mountain we follow a path up to the peak. | Στο βουνό ακολουθούμε ένα μονοπάτι μέχρι την κορυφή. |
| η θέα |
| εντυπωσιακός |
From the peak the view of the sea is very impressive. | Από την κορυφή η θέα της θάλασσας είναι πολύ εντυπωσιακή. |
| το μέτρο |
The distance from the sofa to the coffee table is one meter. | Η απόσταση από τον καναπέ μέχρι το τραπεζάκι είναι ένα μέτρο. |
| η σκιά |
Every few meters we find shade under the trees to rest. | Κάθε λίγα μέτρα βρίσκουμε σκιά κάτω από τα δέντρα για να ξεκουραστούμε. |
| το παγκάκι |
Next to the path there is a bench where we sit and look at the view. | Δίπλα στο μονοπάτι υπάρχει ένα παγκάκι όπου καθόμαστε και κοιτάμε τη θέα. |
| το σακίδιο |
| το σνακ |
| ο φακός |
I always take a backpack with me with water, snacks and a small flashlight. | Παίρνω πάντα μαζί μου σακίδιο με νερό, σνακ και έναν μικρό φακό. |
| νυχτώνω |
I go home when it gets dark. | Πηγαίνω σπίτι όταν νυχτώνει. |
Without a flashlight you don't see the path well when it starts to get dark. | Χωρίς φακό δεν βλέπεις καλά το μονοπάτι όταν αρχίζει να νυχτώνει. |
In the backpack I also put a small blanket so that we can sit in the shade when we take a break. | Στο σακίδιο βάζω και μια μικρή κουβέρτα, για να καθόμαστε στη σκιά όταν κάνουμε διάλειμμα. |
| δίπλα από |
The bicycle is next to the car. | Το ποδήλατο είναι δίπλα από το αυτοκίνητο. |
| η πηγή |
As we walk on the path, we pass next to a spring with clean water. | Καθώς περπατάμε στο μονοπάτι, περνάμε δίπλα από μια πηγή με καθαρό νερό. |
| το φυτό |
Next to the spring there are plants that are always green and beautiful. | Δίπλα στην πηγή υπάρχουν φυτά που είναι πάντα πράσινα και όμορφα. |
| βγάζω φωτογραφίες |
In the park I take photos with my mobile phone. | Στο πάρκο βγάζω φωτογραφίες με το κινητό μου. |
I like to look at the plants and take photos from the peak. | Μου αρέσει να κοιτάω τα φυτά και να βγάζω φωτογραφίες από την κορυφή. |
| η καφετέρια |
After the walk we go to a quiet café in the village. | Μετά τη βόλτα πηγαίνουμε σε μια ήσυχη καφετέρια στο χωριό. |
| γυρίζω |
I return home when it gets dark. | Γυρίζω σπίτι όταν νυχτώνει. |
At the café we order coffee and a small snack before we go back home. | Στην καφετέρια παραγγέλνουμε καφέ και ένα μικρό σνακ πριν γυρίσουμε σπίτι. |
| σφουγγαρίζω |
At home the kitchen was mopped every evening when I was a child. | Στο σπίτι η κουζίνα σφουγγαριζόταν κάθε βράδυ όταν ήμουν παιδί. |
| μία φορά την εβδομάδα |
I go to the gym once a week. | Πηγαίνω στο γυμναστήριο μία φορά την εβδομάδα. |
| το σφουγγάρι |
The floor in the kitchen is cleaned with the sponge. | Το πάτωμα στην κουζίνα καθαρίζεται με το σφουγγάρι. |
Now I mop the floor only once a week with an old sponge. | Τώρα σφουγγαρίζω το πάτωμα μόνο μία φορά την εβδομάδα με ένα παλιό σφουγγάρι. |
Before the guests came, the living room was being mopped and cleaned carefully. | Πριν έρθουν οι καλεσμένοι, το σαλόνι σφουγγαριζόταν και καθαριζόταν προσεκτικά. |
| ζηλεύω |
Sometimes I envy my friend because she speaks Greek faster than me. | Μερικές φορές ζηλεύω τη φίλη μου γιατί μιλάει ελληνικά πιο γρήγορα από εμένα. |
| η ζήλια |
I tell her that this jealousy is not good, but it helps me study more. | Της λέω ότι αυτή η ζήλια δεν είναι καλή, αλλά με βοηθάει να διαβάζω περισσότερο. |
| συνειδητοποιώ |
| εντάξει |
| Όλα είναι εντάξει τώρα. |
| ζηλεύω |
I try not to be jealous of my friends. | Προσπαθώ να μην ζηλεύω τους φίλους μου. |
Every month I realize that my own way is fine and I don't need to be jealous. | Κάθε μήνα συνειδητοποιώ ότι ο δικός μου τρόπος είναι εντάξει και δεν χρειάζεται να ζηλεύω. |
| ο χαρακτήρας |
| παραπονιέμαι |
My friend's character is calm and patient; she never complains. | Ο χαρακτήρας της φίλης μου είναι ήρεμος και υπομονετικός, δεν παραπονιέται ποτέ. |
My own character is more nervous, and sometimes I complain without a serious problem. | Ο δικός μου χαρακτήρας είναι πιο νευρικός, και μερικές φορές παραπονιέμαι χωρίς σοβαρό πρόβλημα. |
| αποφεύγω |
| το παράπονο |
I try to avoid jealousy and complaints, because they are not good for me. | Προσπαθώ να αποφεύγω τη ζήλια και τα παράπονα, γιατί δεν μου κάνουν καλό. |
| διακόπτω |
| ο ένας τον άλλον |
In the video call we see each other. | Στη βιντεοκλήση βλέπουμε ο ένας τον άλλον. |
The teacher's complaint is that we often interrupt each other in class. | Το παράπονο της δασκάλας είναι ότι συχνά διακόπτουμε ο ένας τον άλλον στην τάξη. |
I don't want to interrupt you when you speak, but sometimes the topic is so impressive that I ask many questions. | Δεν θέλω να σε διακόπτω όταν μιλάς, αλλά μερικές φορές το θέμα είναι τόσο εντυπωσιακό που κάνω πολλές ερωτήσεις. |
| η διάρκεια |
The movie was so impressive that its duration seemed short to me. | Η ταινία ήταν τόσο εντυπωσιακή που η διάρκεια της μου φάνηκε μικρή. |
The duration of the lesson today was one hour, but I felt that it passed very quickly. | Η διάρκεια του μαθήματος σήμερα ήταν μία ώρα, αλλά ένιωσα ότι πέρασε πολύ γρήγορα. |
| τυπικός |
In the job interview the manager was speaking in a very formal way. | Στη συνέντευξη για τη δουλειά ο διευθυντής μιλούσε με πολύ τυπικό τρόπο. |
| ευγενικά |
I always try to speak politely in the meeting. | Πάντα προσπαθώ να μιλάω ευγενικά στη συνάντηση. |
I am not so formal, but I try to speak politely when I am in a café or in a bank. | Εγώ δεν είμαι τόσο τυπικός, αλλά προσπαθώ να μιλάω ευγενικά όταν είμαι σε καφετέρια ή σε τράπεζα. |
| παλιά |
In the past it was difficult, but now it is easier. | Παλιά ήταν δύσκολο, αλλά τώρα είναι πιο εύκολο. |
| το πιάτο |
The plate is on the table. | Το πιάτο είναι πάνω στο τραπέζι. |
| στο χέρι |
| το πλυντήριο πιάτων |
Today I put the dishes in the dishwasher and then I relax in the living room. | Σήμερα βάζω τα πιάτα στο πλυντήριο πιάτων και μετά χαλαρώνω στο σαλόνι. |
In the past the dishes were washed by hand, but now they are washed in the dishwasher. | Παλιά τα πιάτα πλένονταν στο χέρι, τώρα όμως πλένονται στο πλυντήριο πιάτων. |
| σφουγγαρίζομαι |
The floor is mopped every Wednesday. | Το πάτωμα σφουγγαρίζεται κάθε Τετάρτη. |
At the old school the walls were cleaned every summer, but the floor was not mopped often. | Στο παλιό σχολείο οι τοίχοι καθαρίζονταν κάθε καλοκαίρι, αλλά το πάτωμα δεν σφουγγαριζόταν συχνά. |
At the café the music was heard very loudly, but the waitress's voice was heard calmly. | Στην καφετέρια η μουσική ακουγόταν πολύ δυνατά, αλλά η φωνή της σερβιτόρας ακουγόταν ήρεμη. |
We sit on the bench in front of the café and talk calmly about our day. | Καθόμαστε στο παγκάκι μπροστά στην καφετέρια και μιλάμε ήρεμα για τη μέρα μας. |
After the walk I realize how much nature helps me to be calmer. | Μετά τη βόλτα συνειδητοποιώ πόσο με βοηθάει η φύση να είμαι πιο ήρεμος. |
| αγχώνομαι |
I don’t get so stressed when I speak Greek with my (female) friend. | Δεν αγχώνομαι τόσο όταν μιλάω ελληνικά με τη φίλη μου. |
When I get stressed, I try to avoid noise and to find shade and quiet in the park. | Όταν αγχώνομαι, προσπαθώ να αποφεύγω τον θόρυβο και να βρίσκω σκιά και ησυχία στο πάρκο. |
| απλώς |
I am not saying anything difficult, I am just telling the truth. | Δεν λέω κάτι δύσκολο, απλώς λέω την αλήθεια. |
I don’t envy my friend, I just want to speak Greek as well as he does. | Δεν ζηλεύω τον φίλο μου, απλώς θέλω να μιλάω ελληνικά τόσο καλά όσο αυτός. |
| κρατάω |
I am holding my friend's bag in the living room. | Κρατάω την τσάντα της φίλης μου στο σαλόνι. |
I am holding the phone in my hand now. | Κρατάω το τηλέφωνο στο χέρι τώρα. |