μου

Usages of μου

Η φίλη μου είναι εκεί.
My (female) friend is there.
Πάμε μαζί με τη φίλη μου τώρα;
Are we going together with my friend (female) now?
Μένω με τον φίλο μου.
I live with my friend (male).
Η μαμά μου δουλεύει στο γραφείο.
My mom works at the office.
Η φίλη μου δεν κοιμάται ποτέ νωρίς.
My (female) friend never sleeps early.
Ο μπαμπάς μου δεν τρώει ποτέ πρωινό.
My dad never eats breakfast.
Πάντα έρχομαι στην ώρα μου.
I always arrive on time.
Δεν είμαι μόνος μου, πάω με τη μαμά μου.
I am not alone (male), I am going with my mom.
Δεν είμαι μόνη μου, περιμένω τον μπαμπά μου.
I am not alone (female), I am waiting for my dad.
Το κρεβάτι μου είναι εδώ.
My bed is here.
Αυτός ο άντρας και αυτή η γυναίκα είναι φίλοι μου.
This man and this woman are my friends.
Το δωμάτιό μου είναι μικρό, αλλά το τραπέζι είναι μεγάλο.
My room is small, but the table is big.
Η μαμά μου είναι στην κουζίνα τώρα.
My mom is in the kitchen now.
Μιλάω με τη φίλη μου τώρα.
I am talking with my (female) friend now.
Η φίλη μου διαβάζει εφημερίδα το πρωί.
My (female) friend reads a newspaper in the morning.
Η φίλη μου δεν οδηγεί, προτιμά το μετρό.
My (female) friend does not drive, she prefers the metro.
Αύριο θα ψωνίσουμε ένα δώρο για τη φίλη μου.
Tomorrow we will shop for a gift for my (female) friend.
Δεν έχω βρει ακόμα το ρολόι μου.
I haven't found my watch yet.
Μπορείς να φέρεις το κλειδί και να βάλεις το τηλέφωνο μέσα στην τσάντα μου;
Can you bring the key and put the phone in my bag?
Δεν έχω φέρει ακόμα την τσάντα μου στο γραφείο.
I have not brought my bag to the office yet.
Συχνά ψάχνω το κλειδί μου, αλλά ήδη είναι στην τσάντα και δεν το βλέπω.
I often look for my key, but it is already in the bag and I don't see it.
Η γιατρός μου έχει ήδη φτάσει, αλλά εγώ δεν έχω φύγει από το σπίτι.
My doctor has already arrived, but I haven't left the house.
Η φίλη μου αγόρασε έναν καινούριο καναπέ για το σαλόνι.
My friend (female) bought a new sofa for the living room.
Πριν φτάσει, είχα τελειώσει το μεσημεριανό μου.
Before she/he arrived, I had finished my lunch.
Το καινούριο μου μεσημεριανό είναι απλό: ψωμί και νερό.
My new lunch is simple: bread and water.
Ο υπολογιστής μου δεν έχει ίντερνετ στο σαλόνι.
My computer doesn’t have internet in the living room.
Κάποια ρωτάει πώς γράφεται το όνομά μου.
Someone (female) asks how my name is spelled.
Όλοι ρωτάνε πώς γράφεται το όνομά μου.
Everyone asks how my name is spelled.
Η φίλη μου μάλλον δεν έρχεται σήμερα, δυστυχώς.
My friend (female) probably isn't coming today, unfortunately.
Συμφωνώ με τη φίλη μου, αλλά ο φίλος μου διαφωνεί.
I agree with my friend (female), but my friend (male) disagrees.
Αγαπάω να τρώω έξω, αλλά ο αδερφός μου σπάνια έρχεται.
I love eating out, but my brother rarely comes.
Η φίλη μου αγαπάει το ήσυχο εστιατόριο στο κέντρο.
My friend (female) loves the quiet restaurant in the center.
Δεν βρίσκω το τηλέφωνό μου πουθενά.
I can’t find my phone anywhere.
Δεν βλέπω τον αδερφό μου πουθενά στο πάρκο.
I don’t see my brother anywhere in the park.
Τώρα πάω να δω τηλεόραση με τη φίλη μου.
I am going to watch TV now with my friend (female).
Αύριο ο συνάδελφός μου θα δουλεύει από το σπίτι όλη μέρα.
Tomorrow my colleague (male) will be working from home all day.
Η φίλη μου δεν τρώει γλυκά το απόγευμα.
My friend (female) doesn’t eat sweets in the afternoon.
Περνάω καλά όταν βλέπω τηλεόραση με τον φίλο μου.
I have a good time when I watch TV with my friend (male).
Φυσικά θα βοηθήσω τη συνάδελφό μου σήμερα.
Of course I will help my colleague (female) today.
Μιλάω με τη συνάδελφό μου τώρα.
I am talking with my colleague now.
Την Παρασκευή πηγαίνω συχνά έξω με τη φίλη μου.
On Friday I often go out with my (female) friend.
Σχεδόν κάθε Κυριακή βλέπω ταινία με την αδερφή μου.
Almost every Sunday I watch a movie with my sister.
Η αδερφή μου μένει σε άλλη πόλη και πάει στο πανεπιστήμιο.
My sister lives in another city and goes to the university.
Ο παππούς και η γιαγιά μου πίνουν καφέ μαζί το πρωί.
My grandfather and my grandmother drink coffee together in the morning.
Ο παππούς μου δεν δουλεύει πια, αλλά η γιαγιά μου ακόμα δουλεύει λίγο.
My grandfather no longer works, but my grandmother still works a little.
Το όνομά μου γράφεται με δύο «λ».
My name is written with two “l”s.
Η φίλη μου συνεχίζει τη δουλειά μέχρι αργά το βράδυ.
My friend (female) continues the work until late at night.
Σταματάω να δουλεύω στις έξι και μετά τρώω με τη γιαγιά μου.
I stop working at six and then I eat with my grandmother.
Κάθε Παρασκευή τρώω γλυκό με τη φίλη μου.
Every Friday I eat dessert with my friend (female).
Μιλάω με τη φίλη μου για το σχέδιο.
I am talking with my friend about the plan.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now