| Question | Answer |
|---|---|
the middle school | το γυμνάσιο |
the male classmate | ο συμμαθητής |
the female classmate | η συμμαθήτρια |
each other | ο ένας με τον άλλον |
In the meeting we speak calmly with each other. | Στη συνάντηση μιλάμε ήρεμα ο ένας με τον άλλον. |
In middle school I had a male and a female classmate who always spoke Greek with each other. | Στο γυμνάσιο είχα έναν συμμαθητή και μια συμμαθήτρια που μιλούσαν πάντα ελληνικά ο ένας με τον άλλον. |
Now an old classmate of mine lives in Greece and we talk only during vacations. | Τώρα ένας παλιός συμμαθητής μου μένει στην Ελλάδα και μιλάμε μόνο στις διακοπές. |
the test | το διαγώνισμα |
the pen | το στυλό |
the pencil | το μολύβι |
I write with a pencil and not with a pen. | Γράφω με μολύβι και όχι με στυλό. |
the desk | το θρανίο |
When we wrote a test in middle school, we had to have only one pen and one pencil on our desk. | Όταν γράφαμε διαγώνισμα στο γυμνάσιο, έπρεπε να έχουμε μόνο ένα στυλό και ένα μολύβι πάνω στο θρανίο μας. |
the teacher | ο καθηγητής |
the average | ο μέσος όρος |
Yesterday the average in the Greek exam was good. | Χτες ο μέσος όρος στην εξέταση ελληνικών ήταν καλός. |
After the test, the teacher put the tests on one desk and said who got above the average. | Μετά το διαγώνισμα, ο καθηγητής άφηνε τα διαγωνίσματα πάνω σε ένα θρανίο και έλεγε ποιος πήρε πάνω από τον μέσο όρο. |
to gather | μαζεύω |
the pencil case | η κασετίνα |
to check | ελέγχω |
twice | δύο φορές |
Twice a week I go to the gym after work. | Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίνω στο γυμναστήριο μετά τη δουλειά. |
My female classmate always gathered her pens into the pencil case and checked twice if she had written her name. | Η συμμαθήτριά μου πάντα μάζευε τα στυλό της στην κασετίνα και έλεγχε δύο φορές αν είχε γράψει το όνομά της. |
to collect | μαζεύω |
Every night I clear my books off the table. | Κάθε βράδυ μαζεύω τα βιβλία μου από το τραπέζι. |
how much | πόσος |
How many books do you have in the living room? | Πόσα βιβλία έχεις στο σαλόνι; |
to last | διαρκώ |
Before we left the classroom, the teacher collected the tests and checked how long the exam had lasted. | Πριν φύγουμε από την τάξη, η δασκάλα μάζευε τα διαγωνίσματα και έλεγχε πόση ώρα διήρκεσε η εξέταση. |
In the afternoon we rehearsed for the school celebration and moved slowly on the stage so that we wouldn’t make mistakes. | Το απόγευμα κάναμε πρόβα για τη σχολική γιορτή και κινούμασταν αργά στη σκηνή για να μην κάνουμε λάθη. |
the rehearsal | η πρόβα |
to move | κινούμαι |
A male classmate of mine was stressed at the first rehearsal, but later he moved naturally and smiled. | Ένας συμμαθητής μου αγχωνόταν στην πρώτη πρόβα, αλλά μετά κινούνταν φυσικά και χαμογελούσε. |
the rooftop | η ταράτσα |
the memory | η ανάμνηση |
After the rehearsal we went up to the school’s rooftop and looked at the city, and now I have very nice memories from there. | Μετά την πρόβα ανεβαίναμε στην ταράτσα του σχολείου και κοιτάζαμε την πόλη, και τώρα έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις από εκεί. |
when | που |
My friend has a dog that is afraid of the rain. | Η φίλη μου έχει σκύλο που φοβάται τη βροχή. |
to feel | αισθάνομαι |
those | εκείνες |
Those (women) are at the meeting now. | Εκείνες είναι στη συνάντηση τώρα. |
Every time I go to another rooftop, I feel as if I am returning to those old memories. | Κάθε φορά που πηγαίνω σε μια άλλη ταράτσα, αισθάνομαι σαν να γυρίζω σε εκείνες τις παλιές αναμνήσεις. |
the bell | το κουδούνι |
long | πολύ |
I really like walking in the park in the evening. | Μου αρέσει πολύ να περπατάω στο πάρκο το βράδυ. |
When the bell rang for break, we felt that the time had not lasted long. | Όταν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα, νιώθαμε ότι η ώρα δεν είχε διαρκέσει πολύ. |
In middle school the bell at the end of the day was the happiest sound for everyone. | Στο γυμνάσιο το κουδούνι στο τέλος της μέρας ήταν ο πιο χαρούμενος ήχος για όλους. |
the tram | το τραμ |
the line | η γραμμή |
Now I go to work by tram and change line at the stop near the square. | Τώρα πηγαίνω στη δουλειά με το τραμ και αλλάζω γραμμή στη στάση κοντά στην πλατεία. |
When there is a lot of traffic, the tram moves more slowly than the metro line. | Όταν έχει πολλή κίνηση, το τραμ κινείται πιο αργά από ό,τι η γραμμή του μετρό. |
worrying | ανησυχητικός |
When I read worrying news, I feel better if I then walk a bit on the pedestrian street. | Όταν διαβάζω ανησυχητικές ειδήσεις, αισθάνομαι καλύτερα αν μετά περπατήσω λίγο στον πεζόδρομο. |
absent-minded | αφηρημένος |
the stop | η στάση |
Today I am waiting longer at the stop than yesterday. | Σήμερα περιμένω περισσότερο στη στάση από ό,τι χτες. |
without | χωρίς να |
I go to the park without taking my phone. | Πηγαίνω στο πάρκο χωρίς να πάρω το τηλέφωνό μου. |
to realize | καταλαβαίνω |
I think that now I understand the lesson better. | Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα το μάθημα. |
Sometimes I am so absent-minded on the tram that I pass my stop without realizing it. | Μερικές φορές είμαι τόσο αφηρημένος στο τραμ που περνάω τη στάση μου χωρίς να το καταλάβω. |
to be located | βρίσκομαι |
Right now I am at home and relaxing. | Τώρα βρίσκομαι στο σπίτι και χαλαρώνω. |
So that I am not so absent-minded, I often check on my phone which stop I am at. | Για να μην είμαι τόσο αφηρημένος, ελέγχω συχνά στο κινητό σε ποια στάση βρίσκομαι. |
the doorbell | το κουδούνι |
When the bell rings, I open the door. | Όταν χτυπάει το κουδούνι, ανοίγω την πόρτα. |
Today I’m thinking of staying home; I have to study Greek and maybe the doorbell will ring for a package. | Σήμερα λέω να μείνω σπίτι· έχω να διαβάσω ελληνικά και ίσως χτυπήσει το κουδούνι για ένα πακέτο. |
to think (of doing something) | λέω |
I never tell a lie to my parents. | Δεν λέω ποτέ ψέμα στους γονείς μου. |
to tidy up | μαζεύω |
After the meal I clear the plates from the table. | Μετά το φαγητό μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι. |
Tomorrow I’m thinking of going to the library early, but first I have to tidy my room a bit. | Αύριο λέω να πάω νωρίς στη βιβλιοθήκη, αλλά πρώτα έχω να μαζέψω λίγο το δωμάτιό μου. |
to hide | κρύβω |
I hide my keys in the bag when I go to the gym. | Κρύβω τα κλειδιά μου στην τσάντα όταν πάω στο γυμναστήριο. |
secret | κρυφός |
In my bag I have an old pencil case where I hide a secret note with Greek words. | Στην τσάντα μου έχω μια παλιά κασετίνα όπου κρύβω ένα κρυφό σημείωμα με ελληνικές λέξεις. |
proud | περήφανος |
I feel proud of my Greek today. | Νιώθω περήφανος για τα ελληνικά μου σήμερα. |
When I find this secret note after months, I feel proud of my first words. | Όταν βρίσκω μετά από μήνες αυτό το κρυφό σημείωμα, αισθάνομαι περήφανος για τις πρώτες μου λέξεις. |
I haven’t seen my female classmate from middle school for ten years. | Έχω να δω τη συμμαθήτριά μου από το γυμνάσιο εδώ και δέκα χρόνια. |
that | εκείνος |
That one speaks Greek very well. | Εκείνος μιλάει ελληνικά πολύ καλά. |
Today, however, I have to write a message to that old male classmate and I don’t want to postpone it any longer. | Σήμερα όμως έχω να γράψω μήνυμα σε εκείνον τον παλιό συμμαθητή και δεν θέλω να το αναβάλω άλλο. |
to think | λέω |
My friend says that the coffee today is very good. | Ο φίλος μου λέει ότι ο καφές σήμερα είναι πολύ καλός. |
to invite | καλώ |
Today I invite my friend (female) to my home. | Σήμερα καλώ τη φίλη μου στο σπίτι. |
Do you think we should also invite your female classmate for coffee on the rooftop tomorrow? | Λες να καλέσουμε και τη συμμαθήτριά σου για καφέ στην ταράτσα αύριο; |
we | εμείς |
We live in a quiet neighborhood. | Εμείς μένουμε σε ήσυχη γειτονιά. |
neighboring | διπλανός |
We’re thinking of going a bit earlier, so that we catch the quiet time before the bell of the neighboring school rings. | Εμείς λέμε να πάμε λίγο νωρίτερα, για να προλάβουμε την ήσυχη ώρα πριν χτυπήσει το κουδούνι του διπλανού σχολείου. |
When the rehearsal ends, we quickly gather our things and all move together toward the pedestrian street. | Όταν τελειώνει η πρόβα, μαζεύουμε γρήγορα τα πράγματά μας και κινούμαστε όλοι μαζί προς τον πεζόδρομο. |
On Saturday I’m thinking of doing only a bit of revision, because on Sunday I have to write a test again. | Το Σάββατο λέω να κάνω μόνο λίγη επανάληψη, γιατί την Κυριακή έχω να γράψω ξανά διαγώνισμα. |
However worrying a difficult test may be, I feel better when I know that I just have to take one small step every day. | Όσο κι αν είναι ανησυχητικό ένα δύσκολο διαγώνισμα, αισθάνομαι καλύτερα όταν ξέρω ότι έχω να κάνω μόνο ένα μικρό βήμα κάθε μέρα. |
mostly | κυρίως |
At home I mainly eat simple food with vegetables. | Στο σπίτι τρώω κυρίως απλό φαγητό με λαχανικά. |
The professor mostly speaks Greek in class. | Ο καθηγητής μιλάει κυρίως ελληνικά στην τάξη. |
to have a lesson | κάνω μάθημα |
Every Wednesday I have a Greek lesson at the language school. | Κάθε Τετάρτη κάνω μάθημα ελληνικών στο φροντιστήριο. |
The neighboring class is having a Greek lesson. | Η διπλανή τάξη κάνει μάθημα ελληνικών. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io