| the store | το κατάστημα |
| Today I am going to a new clothing store in the center. | Σήμερα πηγαίνω σε ένα καινούριο κατάστημα ρούχων στο κέντρο. |
| the shop window | η βιτρίνα |
| My friend looks at the dresses in the shop window before we go inside. | Η φίλη μου κοιτάζει τα φορέματα στη βιτρίνα πριν μπούμε μέσα. |
| the department store | το πολυκατάστημα |
| to plan | προγραμματίζω |
| I usually shop in a big department store that I have planned to visit every month. | Συνήθως ψωνίζω σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα που έχω προγραμματίσει να πηγαίνω κάθε μήνα. |
| the service | η εξυπηρέτηση |
| The small store has better service than the department store on the corner. | Το μικρό κατάστημα έχει καλύτερη εξυπηρέτηση από το πολυκατάστημα στη γωνία. |
| the employee | ο υπάλληλος |
| The employee at the store is polite. | Ο υπάλληλος στο κατάστημα είναι ευγενικός. |
| the discount | η έκπτωση |
| I ask the employee if they have a discount on shoes today. | Ρωτάω την υπάλληλο αν σήμερα έχουν έκπτωση στα παπούτσια. |
| the percent | τοις εκατό |
| The discount at the store is ten percent. | Η έκπτωση στο κατάστημα είναι δέκα τοις εκατό. |
| In the shop window it says that the discount is ten percent until Sunday. | Στη βιτρίνα γράφει ότι η έκπτωση είναι δέκα τοις εκατό μέχρι την Κυριακή. |
| to try on | δοκιμάζω |
| the fitting room | το δοκιμαστήριο |
| I want to try on these pants; where is the fitting room? | Θέλω να δοκιμάσω αυτό το παντελόνι, πού είναι το δοκιμαστήριο; |
| The fitting room in this store is clean and quite big. | Το δοκιμαστήριο σε αυτό το κατάστημα είναι καθαρό και αρκετά μεγάλο. |
| the size | το μέγεθος |
| right | κατάλληλος |
| This jacket is suitable for the mountain. | Αυτό το μπουφάν είναι κατάλληλο για το βουνό. |
| The employee asks me what size I wear so she can find the right shirt for me. | Η υπάλληλος με ρωτάει τι μέγεθος φοράω για να μου βρει το κατάλληλο πουκάμισο. |
| the length | το μήκος |
| suitable | κατάλληλος |
| smaller | μικρότερος |
| My brother is younger than me. | Ο αδερφός μου είναι μικρότερος από εμένα. |
| as much as | όσο |
| This size and length aren't suitable; they are a bit smaller than I need. | Αυτό το μέγεθος και το μήκος δεν είναι κατάλληλα, είναι λίγο μικρότερα από όσο χρειάζομαι. |
| the pair of pants | το παντελόνι |
| Today I am trying on the blue pants in the fitting room. | Σήμερα δοκιμάζω το μπλε παντελόνι στο δοκιμαστήριο. |
| too | πολύ |
| Today I am working a lot at the office. | Σήμερα δουλεύω πολύ στο γραφείο. |
| wide | φαρδύς |
| the waist | η μέση |
| I am sitting on the bench because my back hurts a little. | Κάθομαι στο παγκάκι γιατί πονάει λίγο η μέση μου. |
| The other pair of pants is the right length, but it is too wide at the waist. | Το άλλο παντελόνι είναι σωστό σε μήκος, αλλά είναι πολύ φαρδύ στη μέση. |
| loose | φαρδύς |
| I don't like very loose clothes; I prefer something narrower. | Δεν μου αρέσουν τα πολύ φαρδιά ρούχα, προτιμώ κάτι πιο στενό. |
| the checkout | το ταμείο |
| the cashier | ο ταμίας |
| When I choose clothes, I go to the checkout where the cashier smiles politely. | Όταν διαλέξω ρούχα, πηγαίνω στο ταμείο όπου ο ταμίας χαμογελάει ευγενικά. |
| to apply | βάζω |
| I put my phone in my bag when I go to the office. | Βάζω το τηλέφωνο στην τσάντα μου όταν πάω στο γραφείο. |
| At the checkout the cashier applies the discount to the bill without me doing anything. | Στο ταμείο ο ταμίας βάζει την έκπτωση στον λογαριασμό χωρίς να κάνω εγώ τίποτα. |
| the brand | η μάρκα |
| the price | η τιμή |
| The price is good today. | Η τιμή είναι καλή σήμερα. |
| My friend prefers clothes from a specific brand, but I mainly look at the price. | Η φίλη μου προτιμάει ρούχα από συγκεκριμένη μάρκα, αλλά εγώ κοιτάω κυρίως την τιμή. |
| everyday | καθημερινός |
| My daily schedule is simple. | Το καθημερινό μου πρόγραμμα είναι απλό. |
| Sometimes the cheap brand is more suitable for everyday life. | Μερικές φορές η φθηνή μάρκα είναι πιο κατάλληλη για την καθημερινή ζωή. |
| the warranty | η εγγύηση |
| to cover | καλύπτω |
| one hundred percent | εκατό τοις εκατό |
| I am one hundred percent sure about my decision today. | Είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος για την απόφασή μου σήμερα. |
| the cost | το κόστος |
| I ask if the shoes have a warranty that covers one hundred percent of the cost. | Ρωτάω αν τα παπούτσια έχουν εγγύηση που να καλύπτει εκατό τοις εκατό το κόστος. |
| longer | μεγαλύτερος |
| My grandfather is older than my grandmother. | Ο παππούς μου είναι μεγαλύτερος από τη γιαγιά μου. |
| The good brand usually gives a longer warranty and better service that covers every small problem. | Η καλή μάρκα δίνει συνήθως μεγαλύτερη εγγύηση και καλύτερη εξυπηρέτηση που καλύπτει κάθε μικρό πρόβλημα. |
| the employee | η υπάλληλος |
| The employee is working at the store today. | Η υπάλληλος δουλεύει στο κατάστημα σήμερα. |
| the possibility | η δυνατότητα |
| to exchange | ανταλλάσσω |
| to return | επιστρέφω |
| within | μέσα σε |
| I put my phone inside a bag. | Βάζω το τηλέφωνό μου μέσα σε μια τσάντα. |
| The employee tells me that I have the possibility to exchange the clothes or return them within two weeks. | Η υπάλληλος μου λέει ότι έχω τη δυνατότητα να ανταλλάξω τα ρούχα ή να τα επιστρέψω μέσα σε δύο εβδομάδες. |
| If the size isn't right, I will return them and exchange them for something else. | Αν το μέγεθος δεν είναι σωστό, θα τα επιστρέψω και θα τα ανταλλάξω με κάτι άλλο. |
| to return | γυρίζω |
| I return home after work. | Γυρίζω στο σπίτι μετά τη δουλειά. |
| the battery | η μπαταρία |
| the charger | ο φορτιστής |
| When I get home, I see that my phone's battery is empty, because I forgot the charger. | Όταν γυρίζω σπίτι, βλέπω ότι η μπαταρία του κινητού μου είναι άδεια, γιατί ξέχασα τον φορτιστή. |
| thanks to | χάρη σε |
| it | αυτός |
| He is my brother. | Αυτός είναι ο αδερφός μου. |
| to charge | φορτίζω |
| I charge my phone at night. | Φορτίζω το κινητό μου το βράδυ. |
| I plug the charger into the socket and, thanks to it, I charge the battery while I read Greek. | Βάζω τον φορτιστή στην πρίζα και, χάρη σε αυτόν, φορτίζω τη μπαταρία ενώ διαβάζω ελληνικά. |
| the dryer | το στεγνωτήριο |
| to dry | στεγνώνω |
| In the bathroom we have a dryer, but sometimes I dry the clothes on the balcony. | Στο μπάνιο έχουμε στεγνωτήριο, αλλά μερικές φορές στεγνώνω τα ρούχα στο μπαλκόνι. |
| The dryer quickly dries the towels, but I dry the shirts better outside. | Το στεγνωτήριο στεγνώνει γρήγορα τις πετσέτες, όμως τα πουκάμισα τα στεγνώνω καλύτερα έξω. |
| In the end I spend more time in the store than I had planned, especially in the fitting room. | Τελικά περνάω περισσότερο χρόνο στο κατάστημα απ' όσο είχα προγραμματίσει, ειδικά στο δοκιμαστήριο. |
| I pay less money than I was afraid of, and the cost is especially low thanks to the discount. | Πληρώνω λιγότερα χρήματα απ' όσο φοβόμουν, και το κόστος είναι ειδικά χαμηλό χάρη στην έκπτωση. |
| The battery lasts longer than the advertisement said, so I am happy. | Η μπαταρία κρατάει περισσότερο απ' όσο έγραφε η διαφήμιση, οπότε είμαι χαρούμενος. |
| The new jacket is less wide than it looks in the shop window. | Το καινούριο μπουφάν είναι λιγότερο φαρδύ απ' όσο φαίνεται στη βιτρίνα. |
| It is fair to have the option to return a piece of clothing that isn't suitable, especially when you can't try it on in the fitting room. | Είναι δίκαιο να έχεις τη δυνατότητα να επιστρέψεις ένα ρούχο που δεν είναι κατάλληλο, ιδιαίτερα όταν δεν μπορείς να το δοκιμάσεις στο δοκιμαστήριο. |
| I see that I learn more Greek than I think, every time I describe simple things like a store, a battery, or a small discount, thanks to this daily practice. | Βλέπω ότι μαθαίνω περισσότερα ελληνικά απ' όσο νομίζω, κάθε φορά που περιγράφω απλά πράγματα όπως ένα κατάστημα, μια μπαταρία ή μια μικρή έκπτωση, χάρη σε αυτή την καθημερινή εξάσκηση. |
| these | αυτά |
| These are books in Greek. | Αυτά είναι βιβλία στα ελληνικά. |
| These clothes are too loose for me. | Αυτά τα ρούχα είναι πολύ φαρδιά για εμένα. |