| ενθουσιασμένος |
Today I am very excited (male), because I got a good grade in the exam. | Σήμερα είμαι πολύ ενθουσιασμένος, γιατί πήρα καλό βαθμό στην εξέταση. |
| απογοητευμένος |
My (female) friend is also excited, but her brother is a bit disappointed. | Η φίλη μου είναι επίσης ενθουσιασμένη, αλλά ο αδερφός της είναι λίγο απογοητευμένος. |
| εμάς |
My mom always takes care of us. | Η μαμά μου πάντα φροντίζει εμάς. |
| η επιτυχία |
| η αποτυχία |
For us this exam is a big success, because a year ago we had a failure in the same subject. | Για εμάς αυτή η εξέταση είναι μεγάλη επιτυχία, γιατί πριν έναν χρόνο είχαμε αποτυχία στο ίδιο μάθημα. |
| μακάρι |
| αυτή τη χρονιά |
This year I want to read Greek every day. | Αυτή τη χρονιά θέλω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα. |
I hope (I wish) that we have only successes this year. | Μακάρι να έχουμε μόνο επιτυχίες αυτή τη χρονιά. |
| η χρονιά |
The previous year I was very disappointed, but now I feel strong. | Την προηγούμενη χρονιά ήμουν πολύ απογοητευμένος, αλλά τώρα νιώθω δυνατός. |
| η σκέψη |
Every year I write my thoughts in the diary. | Κάθε χρονιά γράφω τις σκέψεις μου στο ημερολόγιο. |
Every failure brings me a new thought about how to study better. | Κάθε αποτυχία μου φέρνει μια καινούρια σκέψη για το πώς να διαβάζω καλύτερα. |
I write my most important thoughts in the diary before I sleep. | Γράφω τις πιο σημαντικές σκέψεις μου στο ημερολόγιο πριν κοιμηθώ. |
| η επιλογή |
This choice is the best for you. | Αυτή η επιλογή είναι το καλύτερο για εσένα. |
| το όριο |
In the Greek exam the limit is one hour. | Στην εξέταση ελληνικών το όριο είναι μία ώρα. |
The choice of the right class is not easy, because my time has limits. | Η επιλογή του σωστού μαθήματος δεν είναι εύκολη, γιατί ο χρόνος μου έχει όρια. |
| η ευχή |
My mom’s wish is for me to be healthy. | Η ευχή της μαμάς μου είναι να είμαι υγιής. |
My mom always writes a card with wishes for health and success. | Η μαμά μου γράφει πάντα μια κάρτα με ευχές για υγεία και επιτυχία. |
| ονειρεύομαι |
When I was a child, I dreamed of traveling and of having a small success every day. | Όταν ήμουν παιδί, ονειρευόμουν να ταξιδεύω και να έχω μια μικρή επιτυχία κάθε μέρα. |
| κάνω μάθημα |
This afternoon I have a Greek class at the university. | Σήμερα το απόγευμα κάνω μάθημα ελληνικών στο πανεπιστήμιο. |
| η τάξη |
The class is very quiet today. | Η τάξη σήμερα είναι πολύ ήσυχη. |
Now I dream of staying in Greece for a bit and taking a class in a Greek classroom. | Τώρα ονειρεύομαι να μείνω λίγο στην Ελλάδα και να κάνω μάθημα σε ελληνική τάξη. |
| η τάξη |
Today we have a Greek lesson in the classroom. | Σήμερα έχουμε μάθημα ελληνικών στην τάξη. |
Our class is small, but we all speak a lot of Greek. | Η τάξη μας είναι μικρή, αλλά όλοι μιλάμε πολύ ελληνικά. |
| αξίζω |
I believe that the time I put into the lesson is worth more than any other hobby. | Πιστεύω ότι ο χρόνος που βάζω στο μάθημα αξίζει περισσότερο από κάθε άλλο χόμπι. |
| κουράζομαι |
I get tired when I work all day at the office. | Κουράζομαι όταν δουλεύω όλη τη μέρα στο γραφείο. |
When I get tired, I remember that the work is worth it and I continue. | Όταν κουράζομαι, θυμάμαι ότι η δουλειά αξίζει και συνεχίζω. |
| διστάζω |
Sometimes I hesitate to speak Greek in front of many people. | Μερικές φορές διστάζω να μιλήσω ελληνικά μπροστά σε πολλούς ανθρώπους. |
My (female) friend never hesitates to ask the teacher (female) whatever she doesn’t understand. | Η φίλη μου δεν διστάζει ποτέ να ρωτήσει τη δασκάλα ό,τι δεν καταλαβαίνει. |
| συμβουλεύω |
| ακόμα κι αν |
I continue to study Greek, even if I am tired. | Συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά, ακόμα κι αν είμαι κουρασμένος. |
The teacher (female) advises me to speak more often, even if I make mistakes. | Η δασκάλα με συμβουλεύει να μιλάω πιο συχνά, ακόμα κι αν κάνω λάθη. |
I advise my (female) friend to write the new words in a small notebook. | Εγώ συμβουλεύω τη φίλη μου να γράφει τις νέες λέξεις σε ένα μικρό τετράδιο. |
| προσωπικά |
| τότε |
I read the note and then I feel calmer. | Διαβάζω το σημείωμα και τότε νιώθω πιο ήρεμος. |
| κυρίως |
Personally I prefer to study in the morning, because then I concentrate mainly on languages. | Προσωπικά προτιμώ να διαβάζω το πρωί, γιατί τότε συγκεντρώνομαι κυρίως στις γλώσσες. |
Our teacher (female) speaks mainly Greek to us, but personally I don’t have a problem. | Η δασκάλα μας μιλάει κυρίως ελληνικά, αλλά προσωπικά δεν έχω πρόβλημα. |
| παρόλα αυτά |
Today I am tired, nevertheless I will do a bit of practice. | Σήμερα είμαι κουρασμένος, παρόλα αυτά θα κάνω λίγη εξάσκηση. |
We didn’t manage to finish all the exercises, nevertheless the professor (male) was calm. | Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε όλες τις ασκήσεις, παρόλα αυτά ο καθηγητής ήταν ήρεμος. |
| τυχερός |
I feel very lucky (male) that I have such a patient teacher (female). | Νιώθω πολύ τυχερός που έχω τόσο υπομονετική δασκάλα. |
My (female) friend says that she is lucky that she has parents who help her. | Η φίλη μου λέει ότι είναι τυχερή που έχει γονείς που τη βοηθάνε. |
| ο καλεσμένος |
| το βραδινό |
Tonight we have a guest at home and we are preparing dinner for everyone. | Απόψε έχουμε έναν καλεσμένο στο σπίτι και ετοιμάζουμε βραδινό για όλους. |
Our guests often bring dessert and stay with us until late at night. | Οι καλεσμένοι μας συχνά φέρνουν γλυκό και μένουν μαζί μας μέχρι αργά το βράδυ. |
We usually eat our dinner in the kitchen, but today we will eat in the living room. | Συνήθως τρώμε το βραδινό μας στην κουζίνα, αλλά σήμερα θα φάμε στο σαλόνι. |
| η ταβέρνα |
On Saturday we will go to a small taverna next to the sea. | Το Σάββατο θα πάμε σε μια μικρή ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα. |
This taverna has a few tables outside and is very quiet. | Η ταβέρνα αυτή έχει λίγα τραπέζια έξω και είναι πολύ ήσυχη. |
| το τραπεζάκι |
On the coffee table I now see two books and a glass of water. | Στο τραπεζάκι βλέπω τώρα δύο βιβλία και ένα ποτήρι νερό. |
In the living room I put my coffee on the small coffee table. | Στο σαλόνι βάζω τον καφέ μου πάνω στο μικρό τραπεζάκι. |
| το τραπεζάκι |
Tonight I am putting my books on the coffee table in the living room. | Σήμερα το βράδυ βάζω τα βιβλία μου πάνω στο τραπεζάκι στο σαλόνι. |
The green coffee table matches the blue sofa and I like it a lot. | Το πράσινο τραπεζάκι ταιριάζει με τον μπλε καναπέ και μου αρέσει πολύ. |
| η αγκαλιά |
My mom's hug is the best. | Η αγκαλιά της μαμάς μου είναι η καλύτερη. |
When I see my grandmother, I always give her a big hug. | Όταν βλέπω τη γιαγιά μου, πάντα της δίνω μια μεγάλη αγκαλιά. |
| την |
Today I see her only at the university. | Σήμερα την βλέπω μόνο στο πανεπιστήμιο. |
| παίρνω αγκαλιά |
I hug my friend when she is sad. | Παίρνω αγκαλιά τη φίλη μου όταν είναι λυπημένη. |
My (female) friend feels better when I hug her after a difficult day. | Η φίλη μου νιώθει καλύτερα όταν την παίρνω αγκαλιά μετά από μια δύσκολη μέρα. |
| η συγκίνηση |
There is a lot of emotion when the whole family is together again in the same house. | Υπάρχει πολλή συγκίνηση όταν όλη η οικογένεια είναι ξανά μαζί στο ίδιο σπίτι. |
The emotion in my mom’s voice is clear when we talk about my dreams. | Η συγκίνηση στη φωνή της μαμάς μου φαίνεται όταν μιλάμε για τα όνειρά μου. |
I wish I had a bit more time every day. | Μακάρι να είχα λίγο περισσότερο χρόνο κάθε μέρα. |