Usages of περπατάω
Το παιδί περπατάει αργά μέχρι το σχολείο.
The child walks slowly to school.
Σήμερα δεν περπατάω, γιατί πήρα το λεωφορείο.
Today I am not walking, because I took the bus.
Αν θες, πάμε με το μετρό και περπατάμε μετά.
If you want, we go by metro and then we walk.
Περπατώντας αργά στο πάρκο, γίνομαι πιο ήρεμος.
Walking slowly in the park, I become calmer.
Η βροχή σήμερα είναι δυνατή, αλλά εγώ περπατάω στο πάρκο με ομπρέλα.
The rain today is strong, but I walk in the park with an umbrella.
Κάθε μέρα περπατάω στο πάρκο.
Every day I walk in the park.
Αφού τελειώσω τη δουλειά, έχω τη συνήθεια να περπατάω καθημερινά για λίγη ώρα.
After I finish work, I have the habit of walking daily for a little while.
Περπατάω γρήγορα στο πάρκο όταν δεν βρέχει.
I walk quickly in the park when it is not raining.
Μου αρέσει πολύ να περπατάω στο πάρκο.
I really like walking in the park.
Την άνοιξη μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο.
In spring I like to walk in the park.
Μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο, ειδικά το καλοκαίρι.
I like to walk in the park, especially in the summer.
Όταν περπατάω στο πεζοδρόμιο προς την αγορά, προσέχω τα αυτοκίνητα που στρίβουν στο φανάρι.
When I walk on the sidewalk towards the market, I watch out for the cars that turn at the traffic light.
Όταν περπατάω σε ήσυχο χωριό χωρίς κίνηση, νιώθω σαν να είμαι σε άλλο κόσμο, γιατί δεν είμαι συνηθισμένος σε τόση ησυχία.
When I walk in a quiet village without traffic, I feel as if I am in another world, because I am not used to so much quiet.
Καθώς περπατάμε στο μονοπάτι, περνάμε δίπλα από μια πηγή με καθαρό νερό.
As we walk on the path, we pass next to a spring with clean water.
Στο διάλειμμα περπατάμε αργά στον διάδρομο του πανεπιστημίου και μιλάμε ελληνικά.
During the break we walk slowly in the university corridor and speak Greek.
Δεν μου αρέσει η ζέστη στο λεωφορείο, γι’ αυτό όποτε μπορώ περπατάω μέχρι το σπίτι.
I don’t like the heat on the bus, so whenever I can I walk home.
Το μωρό στο καρότσι κοιτάει τα δέντρα, ενώ η γιαγιά περπατάει δίπλα για συντροφιά.
The baby in the stroller looks at the trees, while grandma walks next to them for company.
Όταν διαβάζω ανησυχητικές ειδήσεις, αισθάνομαι καλύτερα αν μετά περπατήσω λίγο στον πεζόδρομο.
When I read worrying news, I feel better if I then walk a bit on the pedestrian street.
Μου αρέσει πολύ να περπατάω στο πάρκο το βράδυ.
I really like walking in the park in the evening.
Πέφτω συχνά όταν περπατάω γρήγορα στο πάρκο.
I often fall when I walk fast in the park.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.