Usages of δουλεύω
Η μαμά μου δουλεύει στο γραφείο.
My mom works at the office.
Ο μπαμπάς σου δεν δουλεύει σήμερα;
Does your dad not work today?
Δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ.
I work from morning until evening.
Χτες δούλεψα πολύ στο γραφείο.
Yesterday I worked a lot at the office.
Η γυναίκα που μιλάει μαζί μου δουλεύει στο μαγαζί.
The woman who is talking with me works at the shop.
Είμαι κουρασμένος, αλλά δουλεύω ακόμα.
I am tired (male), but I am still working.
Αυτή είναι κουρασμένη γιατί δουλεύει από το πρωί.
She is tired because she has been working since the morning.
Πρώτα τρώω και μετά δουλεύω.
First I eat and then I work.
Το πρωί δούλευα και μετά έγραφα μηνύματα.
In the morning I was working and then I was writing messages.
Το Σάββατο δεν δουλεύω.
On Saturday I don't work.
Έχω έναν καινούριο υπολογιστή, αλλά το παλιό τηλέφωνο ακόμα δουλεύει.
I have a new computer, but the old phone still works.
Θα το κάνω αργότερα, όμως τώρα δουλεύω.
I’ll do it later, however now I’m working.
Στο διαμέρισμα δεν έχουμε καλό ίντερνετ και σπάνια δουλεύει.
In the apartment we don’t have good internet and it rarely works.
Σήμερα δουλεύω λιγότερο.
Today I work less.
Αύριο ο συνάδελφός μου θα δουλεύει από το σπίτι όλη μέρα.
Tomorrow my colleague (male) will be working from home all day.
Αυτό το πράγμα δεν δουλεύει, δυστυχώς.
This thing doesn’t work, unfortunately.
Τελικά δεν θα έρθω στο εστιατόριο, θα δουλεύω.
In the end I won’t come to the restaurant, I will be working.
Δεν έχει σημασία ποια τηλεόραση έχουμε, θέλω μόνο να δουλεύει.
It doesn’t matter which TV we have, I just want it to work.
Απόψε θα δουλεύω όλη τη νύχτα.
Tonight I will be working all night.
Τη Δευτέρα δεν δουλεύω το απόγευμα.
On Monday I don't work in the afternoon.
Αύριο θα πάμε σινεμά αν δεν δουλεύεις.
Tomorrow we will go to the cinema if you are not working.
Ο παππούς μου δεν δουλεύει πια, αλλά η γιαγιά μου ακόμα δουλεύει λίγο.
My grandfather no longer works, but my grandmother still works a little.
Σταματάω να δουλεύω στις έξι και μετά τρώω με τη γιαγιά μου.
I stop working at six and then I eat with my grandmother.
Ο υπολογιστής σταματάει να δουλεύει όταν δεν έχει ίντερνετ.
The computer stops working when there is no internet.
Πάω στο γραφείο, αν και δεν δουλεύω σήμερα.
I am going to the office, even though I am not working today.
Στις διακοπές θέλω να κοιμάμαι πολύ και να μην δουλεύω.
On vacation I want to sleep a lot and not work.
Θα δουλεύω στο γραφείο μέχρι να φτάσεις.
I will be working at the office until you arrive.
Όταν δεν δουλεύει το ίντερνετ στο κινητό μου, βλέπω βίντεο στον υπολογιστή.
When the internet on my mobile phone doesn’t work, I watch videos on the computer.
Η ξαδέρφη μου δουλεύει σε μουσείο και αγαπάει την τέχνη.
My cousin (female) works in a museum and loves art.
Δουλεύω σε μεγάλη εταιρεία σε ψηλό κτίριο κοντά στον κεντρικό δρόμο.
I work in a big company in a tall building near the main road.
Το κτίριο της εταιρείας έχει δέκα ορόφους και εγώ δουλεύω στον έκτο όροφο.
The building of the company has ten floors and I work on the sixth floor.
Ανεβαίνω τη σκάλα όταν το ασανσέρ δεν δουλεύει στον όροφό μου.
I go up the stairs when the elevator doesn’t work on my floor.
Ο κεντρικός σταθμός του τρένου είναι δίπλα στο κτίριο όπου δουλεύει ο φίλος μου.
The main train station is next to the building where my friend works.
Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το να δουλεύουν σε μεγάλη εταιρεία είναι πολύ σημαντικό.
Some people believe that working in a big company is very important.
Ανεβαίνω στο διαμέρισμα από τη σκάλα όταν το ασανσέρ δεν δουλεύει.
I go up to the apartment by the stairs when the elevator doesn't work.
Κάνουμε βιντεοκλήση με τη φίλη μου, αλλά η κάμερα και το μικρόφωνο δεν δουλεύουν καλά.
We are having a video call with my friend, but the camera and the microphone don’t work well.
Αν δεν είχα δουλέψει τόσο, θα είχα μείνει στη συναυλία μέχρι το τέλος.
If I hadn’t worked so much, I would have stayed at the concert until the end.
Το πλυντήριο στο μπάνιο δεν δουλεύει σήμερα.
The washing machine in the bathroom is not working today.
Ο φούρνος μας είναι τόσο παλιός όσο και το ψυγείο, αλλά ακόμα δουλεύει.
Our oven is as old as the fridge, but it still works.
Σκέφτομαι την καριέρα μου και θέλω να δουλεύω σε κάτι που αγαπάω.
I think about my career and I want to work in something I love.
Το βράδυ το γραφείο είναι κενό και μπορώ να δουλεύω ήρεμα.
In the evening the office is empty and I can work calmly.
Η αδερφή μου δουλεύει καλύτερα με μουσική· εγώ, αντίθετα, θέλω σιωπή.
My sister works better with music; I, on the contrary, want silence.
Δεν προλαβαίνω να κάνω βόλτα σήμερα, γιατί δουλεύω μέχρι το βράδυ.
I don’t have time to go for a walk today, because I work until the evening.
Κουράζομαι όταν δουλεύω όλη τη μέρα στο γραφείο.
I get tired when I work all day at the office.
Η θεία μου δουλεύει νοσοκόμα σε μεγάλο νοσοκομείο στην πρωτεύουσα.
My aunt works as a nurse in a big hospital in the capital.
Η καινούρια συσκευή στην κουζίνα δεν δουλεύει αν δεν έχει ρεύμα στην πρίζα.
The new device in the kitchen does not work if there is no electricity in the socket.
Αν σήμερα δεν δουλεύω, κάνω βόλτα στο πάρκο.
If I am not working today, I take a walk in the park.
Σήμερα φαίνομαι πολύ κουρασμένος, αλλά συνεχίζω να δουλεύω.
Today I seem very tired, but I continue to work.
Η ξαδέρφη μου δουλεύει σε κομμωτήριο και κάνει ωραία κουρέματα.
My cousin (female) works at a hair salon and does nice haircuts.
Το γραφείο είναι άδειο τα Σαββατοκύριακα και μπορώ να δουλεύω με ησυχία.
The office is empty on weekends and I can work in peace.
Σήμερα πάω στην αγορά στο κέντρο, γιατί η φίλη μου δουλεύει εκεί.
Today I am going to the market in the center, because my (female) friend works there.
Ο πατέρας μου δουλεύει σε μεγάλη εταιρεία.
My father works at a big company.
Στο αγαπημένο μου μυθιστόρημα ο ήρωας και η ηρωίδα είναι δύο νέοι γιατροί που δουλεύουν στο εξωτερικό.
In my favorite novel the hero and the heroine are two young doctors who work abroad.
Εγώ δουλεύω στο γραφείο, ενώ ο αδερφός μου μένει σπίτι.
I work at the office, while my brother stays at home.
Θα μπορούσα να δουλέψω λίγο τώρα, αλλά προτιμώ να ξεκουραστώ.
I could work a bit now, but I prefer to rest.
Στη βιντεοκλήση δεν φαίνομαι καλά, γιατί η κάμερα δεν δουλεύει.
In the video call I don’t look good, because the camera doesn’t work.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.