ELONIOELONIO
ELONIO
Mission—Team—FAQ—Privacy—Terms—Sponsors—Grammar—Typing Course—Donate
© 2026 Elon Automation B.V.
  1. Grammar
  2. /Greek Grammar
  3. /Essential Irregulars
  4. /Principal Parts: Complete Index

Principal Parts: Complete Index

This index puts the principal parts of 151 frequent Modern Greek verbs in parallel columns for rapid comparison. Use each linked card for meanings, government, register, and the limits of a form. An em dash marks a cell without a live form in the relevant paradigm; it is not an invitation to complete the pattern by analogy.

Legend: two stems · augment · passive -θηκα · -μένος participle · slash = live variants.

1. Essential irregulars

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
βάζωputέβαζαέβαλανα βάλω—βαλμένοςβάλε / βάλτε
βγάζωtake out, removeέβγαζαέβγαλανα βγάλω—βγαλμένοςβγάλε / βγάλτε
βγαίνωgo outέβγαιναβγήκανα βγω——βγες / βγείτε
βλέπωseeέβλεπαείδανα δωειδώθηκαιδωμένος (literary, rare)δες / δείτε
βρίσκωfindέβρισκαβρήκανα βρωβρέθηκα—βρες / βρείτε
γίνομαιbecome, happenγινόμουνέγινανα γίνω——γίνε / γίνετε
δίνωgiveέδιναέδωσανα δώσωδόθηκαδοσμένοςδώσε / δώστε
είμαιbeήμουν—να είμαι——να είσαι / να είστε
έρχομαιcomeερχόμουνήρθανα έρθω——έλα / ελάτε
έχωhaveείχα—να έχω——έχε / έχετε (fixed uses)
θέλωwantήθελαθέλησανα θελήσω———
κάνωdo, makeέκαναέκανανα κάνω—καμωμένοςκάνε / κάντε
λέωsay, tellέλεγαείπανα πωειπώθηκα / λέχθηκα (formal; mainly 3rd person in use)ειπωμένος (formal, rare)πες / πείτε
μένωstay, resideέμεναέμεινανα μείνω——μείνε / μείνετε
μπαίνωenterέμπαιναμπήκανα μπω——μπες / μπείτε
ξέρωknowήξερα—να ξέρω———
παίρνωtake, getέπαιρναπήρανα πάρωπάρθηκαπαρμένοςπάρε / πάρτε
πάω / πηγαίνωgoπήγαιναπήγανα πάω—πηγαιμένος (folk-style)πήγαινε / πηγαίνετε
πίνωdrinkέπιναήπιανα πιωπιώθηκα (recorded folk; not current personal use)πιωμένοςπιες / πιείτε
τρώωeatέτρωγαέφαγανα φάωφαγώθηκαφαγωμένοςφάε / φάτε

2. Class Α (-ω)

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
αγοράζωbuyαγόραζααγόρασανα αγοράσωαγοράστηκααγορασμένοςαγόρασε / αγοράστε
ακούωhear, listenάκουγαάκουσανα ακούσωακούστηκαακουσμένος (rare)άκου / ακούστε
αλλάζωchangeάλλαζαάλλαξανα αλλάξωαλλάχτηκα / αλλάχθηκααλλαγμένοςάλλαξε / αλλάξτε
ανεβαίνωgo upανέβαιναανέβηκανα ανεβώ / ανέβω——ανέβα / ανεβείτε
ανήκωbelongανήκα—να ανήκω———
ανοίγωopenάνοιγαάνοιξανα ανοίξωανοίχτηκα / ανοίχθηκαανοιγμένοςάνοιξε / ανοίξτε
αποφασίζωdecideαποφάσιζααποφάσισανα αποφασίσω—; 3sg αποφασίστηκεαποφασισμένοςαποφάσισε / αποφασίστε
αρχίζωbeginάρχιζαάρχισανα αρχίσω——άρχισε / αρχίστε
αφήνωleave, letάφηναάφησανα αφήσωαφέθηκααφημένοςάσε / αφήστε
γεμίζωfillγέμιζαγέμισανα γεμίσωγεμίστηκα (marginal)γεμισμένοςγέμισε / γεμίστε
γνωρίζωknow, meetγνώριζαγνώρισανα γνωρίσωγνωρίστηκαγνωρισμένος (regional/old)γνώρισε / γνωρίστε
γράφωwriteέγραφαέγραψανα γράψωγράφτηκαγραμμένοςγράψε / γράψτε
γυρίζωturn, returnγύριζα / γυρνούσαγύρισανα γυρίσωγυρίστηκαγυρισμένοςγύρισε / γυρίστε
δείχνωshowέδειχναέδειξανα δείξωδείχτηκαδειγμένος (rare)δείξε / δείξτε
διαβάζωread, studyδιάβαζαδιάβασανα διαβάσωδιαβάστηκαδιαβασμένοςδιάβασε / διαβάστε
διαλέγωchooseδιάλεγαδιάλεξανα διαλέξωδιαλέχτηκαδιαλεγμένοςδιάλεξε / διαλέξτε
δοκιμάζωtry, testδοκίμαζαδοκίμασανα δοκιμάσωδοκιμάστηκαδοκιμασμένοςδοκίμασε / δοκιμάστε
δουλεύωworkδούλευαδούλεψανα δουλέψω—; 3sg δουλεύτηκεδουλεμένοςδούλεψε / δουλέψτε
επιστρέφωreturnεπέστρεφαεπέστρεψανα επιστρέψωεπιστράφηκα—επίστρεψε / επιστρέψτε
επιτρέπωallowεπέτρεπαεπέτρεψανα επιτρέψω—; 3sg επιτράπηκε—επίτρεψε (uncommon) / επιτρέψτε (formal/polite)
ετοιμάζωprepareετοίμαζαετοίμασανα ετοιμάσωετοιμάστηκαετοιμασμένοςετοίμασε / ετοιμάστε
καθαρίζωcleanκαθάριζακαθάρισανα καθαρίσωκαθαρίστηκακαθαρισμένοςκαθάρισε / καθαρίστε
καίωburnέκαιγαέκαψανα κάψωκάηκακαμένοςκάψε / κάψτε
κανονίζωarrangeκανόνιζακανόνισανα κανονίσωκανονίστηκακανονισμένοςκανόνισε / κανονίστε
καταλαβαίνωunderstandκαταλάβαινακατάλαβανα καταλάβω——κατάλαβε / καταλάβετε
κατεβαίνωgo downκατέβαινακατέβηκανα κατεβώ / κατέβω——κατέβα / κατεβείτε
κερδίζωwin, earnκέρδιζακέρδισανα κερδίσω—; 3sg κερδήθηκεκερδισμένοςκέρδισε / κερδίστε
κλαίωcryέκλαιγαέκλαψανα κλάψωκλαύτηκα (rare)κλαμένοςκλάψε / κλάψτε
κλέβωstealέκλεβαέκλεψανα κλέψωκλάπηκα (formal)κλεμμένοςκλέψε / κλέψτε
κλείνωcloseέκλειναέκλεισανα κλείσωκλείστηκακλεισμένοςκλείσε / κλείστε
κόβωcutέκοβαέκοψανα κόψωκόπηκακομμένοςκόψε / κόψτε
λείπωbe absent, missέλειπαέλειψανα λείψω——λείψε (fixed dismissal) / —
μαγειρεύωcookμαγείρευαμαγείρεψανα μαγειρέψω—; 3sg μαγειρεύτηκεμαγειρεμένοςμαγείρεψε / μαγειρέψτε
μαθαίνωlearnμάθαιναέμαθανα μάθω—; 3sg μαθεύτηκεμαθημένοςμάθε / μάθετε
νιώθωfeelένιωθαένιωσανα νιώσω——νιώσε / νιώστε (rare)
νομίζωthink, supposeνόμιζανόμισανα νομίσω———
παίζωplayέπαιζαέπαιξανα παίξω—; 3sg παίχτηκε—παίξε / παίξτε
παραγγέλνωorderπαράγγελναπαρήγγειλανα παραγγείλωπαραγγέλθηκα (mainly 3rd person)παραγγελμένοςπαράγγειλε / παραγγείλτε
περιγράφωdescribeπεριέγραφαπεριέγραψανα περιγράψωπεριγράφηκα / περιγράφτηκαπεριγεγραμμένος (geometry)περίγραψε / περιγράψτε
περιμένωwaitπερίμεναπερίμενανα περιμένω——περίμενε / περιμένετε
πέφτωfallέπεφταέπεσανα πέσω—πεσμένοςπέσε / πέστε
πιάνωcatch, take holdέπιαναέπιασανα πιάσωπιάστηκαπιασμένοςπιάσε / πιάστε
πιστεύωbelieveπίστευαπίστεψανα πιστέψωπιστεύτηκα (mainly 3rd person)—πίστεψε / πιστέψτε
πλένωwashέπλεναέπλυνανα πλύνωπλύθηκαπλυμένοςπλύνε / πλύνετε
πληρώνωpayπλήρωναπλήρωσανα πληρώσωπληρώθηκαπληρωμένοςπλήρωσε / πληρώστε
προλαβαίνωmake it in timeπρολάβαιναπρόλαβανα προλάβω——πρόλαβε / προλάβετε
προσέχωpay attentionπρόσεχαπρόσεξανα προσέξωπροσέχτηκα; 3sg προσέχθηκε (formal reporting)προσεγμένοςπρόσεξε / προσέξτε
προτείνωproposeπρότειναπρότεινανα προτείνωπροτάθηκα—πρότεινε / προτείνετε
ρίχνωthrow, dropέριχναέριξανα ρίξωρίχτηκαριγμένοςρίξε / ρίξτε
σηκώνωliftσήκωνασήκωσανα σηκώσωσηκώθηκασηκωμένοςσήκωσε / σηκώστε
σπάω / σπάζωbreakέσπαγα / έσπαζαέσπασανα σπάσωσπάστηκασπασμένοςσπάσε / σπάστε
στέλνωsendέστελναέστειλανα στείλωστάλθηκασταλμένοςστείλε / στείλτε
συνεχίζωcontinueσυνέχιζασυνέχισανα συνεχίσωσυνεχίστηκα (mainly 3sg in use)—συνέχισε / συνεχίστε
ταξιδεύωtravelταξίδευαταξίδεψανα ταξιδέψω—ταξιδεμένοςταξίδεψε / ταξιδέψτε
τελειώνωfinishτελείωνατελείωσανα τελειώσω—τελειωμένοςτελείωσε / τελειώστε
τρέχωrunέτρεχαέτρεξανα τρέξω——τρέξε / τρέξτε
φέρνωbringέφερναέφερανα φέρω—φερμένοςφέρε / φέρτε
φεύγωleaveέφευγαέφυγανα φύγω——φύγε / φύγετε
φταίωbe at faultέφταιγαέφταιξανα φταίξω———
φτάνωarrive, be enoughέφταναέφτασανα φτάσωφτάστηκα (colloquial, rare)φτασμένοςφτάσε / φτάστε
φτιάχνωmake, fixέφτιαχναέφτιαξανα φτιάξωφτιάχτηκαφτιαγμένοςφτιάξε / φτιάξτε
χάνωlose, missέχαναέχασανα χάσωχάθηκαχαμένοςχάσε / χάστε
χορεύωdanceχόρευαχόρεψανα χορέψω—; 3sg χορεύτηκε—χόρεψε / χορέψτε
ψάχνωlook forέψαχναέψαξανα ψάξωψάχτηκαψαγμένοςψάξε / ψάξτε

3. Class Β1 (-άω/-ώ)

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
αγαπάω / αγαπώloveαγαπούσα / αγάπαγααγάπησανα αγαπήσωαγαπήθηκααγαπημένοςαγάπα / αγαπήστε
απαντάω / απαντώanswerαπαντούσααπάντησανα απαντήσω——απάντα / απαντήστε
βοηθάω / βοηθώhelpβοηθούσα / βοήθαγαβοήθησανα βοηθήσωβοηθήθηκα—βοήθα / βοηθήστε
γελάω / γελώlaughγελούσα / γέλαγαγέλασανα γελάσωγελάστηκαγελασμένοςγέλα / γελάστε
διψάω / διψώbe thirstyδιψούσα / δίψαγαδίψασανα διψάσω—διψασμένος—
ζητάω / ζητώask forζητούσαζήτησανα ζητήσωζητήθηκαζητημένοςζήτα / ζητήστε
κοιτάω / κοιτώlookκοιτούσα / κοίταζακοίταξανα κοιτάξωκοιτάχτηκα—κοίτα / κοιτάξτε
κολυμπάω / κολυμπώswimκολυμπούσακολύμπησανα κολυμπήσω——κολύμπα / κολυμπήστε
κρατάω / κρατώhold, keepκρατούσακράτησανα κρατήσωκρατήθηκακρατημένοςκράτα / κρατήστε
μιλάω / μιλώspeak, talkμιλούσαμίλησανα μιλήσωμιλήθηκαμιλημένος (informal, sense-bound)μίλα / μιλήστε
ξεκινάω / ξεκινώstart, set offξεκινούσα / ξεκίναγαξεκίνησανα ξεκινήσω——ξεκίνα / ξεκινήστε
ξεχνάω / ξεχνώforgetξεχνούσαξέχασανα ξεχάσωξεχάστηκαξεχασμένοςξέχνα / ξεχάστε
ξυπνάω / ξυπνώwake upξυπνούσα / ξύπναγαξύπνησανα ξυπνήσω—ξυπνημένοςξύπνα / ξυπνήστε
πεινάω / πεινώbe hungryπεινούσα / πείναγαπείνασανα πεινάσω—πεινασμένος—
περνάω / περνώpass, spendπερνούσα / πέρναγαπέρασανα περάσωπεράστηκαπερασμένοςπέρνα / περάστε
περπατάω / περπατώwalkπερπατούσαπερπάτησανα περπατήσω—περπατημένοςπερπάτα / περπατήστε
πονάω / πονώhurtπονούσα / πόναγαπόνεσανα πονέσω—πονεμένοςπόνα / πονέστε (rare)
πουλάω / πουλώsellπουλούσα / πούλαγαπούλησανα πουλήσωπουλήθηκαπουλημένοςπούλα / πουλήστε
προτιμάω / προτιμώpreferπροτιμούσαπροτίμησανα προτιμήσωπροτιμήθηκα—προτίμα / προτιμήστε (rare)
προχωράω / προχωρώproceedπροχωρούσαπροχώρησανα προχωρήσω—προχωρημένοςπροχώρα / προχωρήστε
ρωτάω / ρωτώaskρωτούσαρώτησανα ρωτήσωρωτήθηκα—ρώτα / ρωτήστε
σταματάω / σταματώstopσταματούσα / σταμάταγασταμάτησανα σταματήσω—σταματημένοςσταμάτα / σταματήστε
συμφωνάω / συμφωνώagreeσυμφωνούσασυμφώνησανα συμφωνήσω—; 3sg συμφωνήθηκεσυμφωνημένοςσυμφώνα / συμφωνήστε
συναντάω / συναντώmeetσυναντούσασυνάντησανα συναντήσωσυναντήθηκα—συνάντησε / συναντήστε
τηλεφωνάω / τηλεφωνώtelephoneτηλεφωνούσατηλεφώνησανα τηλεφωνήσω——τηλεφώνα / τηλεφωνήστε
τραβάω / τραβώpull, drawτραβούσα / τράβαγατράβηξανα τραβήξωτραβήχτηκατραβηγμένοςτράβα / τραβήξτε
τραγουδάω / τραγουδώsingτραγουδούσατραγούδησανα τραγουδήσω—; 3sg τραγουδήθηκετραγουδισμένος / τραγουδημένοςτραγούδα / τραγουδήστε
φοράω / φορώwearφορούσα / φόραγαφόρεσανα φορέσωφορέθηκαφορεμένοςφόρα / φορέστε

4. Class Β2 (-ώ/-είς)

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
ακολουθώfollowακολουθούσαακολούθησανα ακολουθήσωακολουθήθηκα (mainly 3rd person)—ακολούθησε / ακολουθήστε
δημιουργώcreateδημιουργούσαδημιούργησανα δημιουργήσωδημιουργήθηκαδημιουργημένοςδημιούργησε / δημιουργήστε
εξηγώexplainεξηγούσαεξήγησανα εξηγήσωεξηγήθηκαεξηγημένοςεξήγησε / εξηγήστε
ζωliveζούσαέζησανα ζήσω——ζήσε / ζήστε
θεωρώconsiderθεωρούσαθεώρησανα θεωρήσωθεωρήθηκα—θεώρησε / θεωρήστε (sense-bound)
καλώcall, inviteκαλούσακάλεσανα καλέσωκαλέστηκα / κλήθηκακαλεσμένοςκάλεσε / καλέστε
μπορώcan, be ableμπορούσαμπόρεσανα μπορέσω———
οδηγώdrive, leadοδηγούσαοδήγησανα οδηγήσωοδηγήθηκαοδηγημένοςοδήγησε / οδηγήστε
προσπαθώtryπροσπαθούσαπροσπάθησανα προσπαθήσω——προσπάθησε / προσπαθήστε
χρησιμοποιώuseχρησιμοποιούσαχρησιμοποίησανα χρησιμοποιήσωχρησιμοποιήθηκαχρησιμοποιημένοςχρησιμοποίησε / χρησιμοποιήστε

5. Deponent (-ομαι)

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
αισθάνομαιfeelαισθανόμουναισθάνθηκανα αισθανθώ———
δέχομαιaccept, receiveδεχόμουνδέχτηκα / δέχθηκανα δεχτώ / δεχθώ——δέξου / δεχτείτε
ενδιαφέρομαιbe interestedενδιαφερόμουνενδιαφέρθηκανα ενδιαφερθώ——ενδιαφέρσου / ενδιαφερθείτε
εργάζομαιworkεργαζόμουνεργάστηκα / εργάσθηκανα εργαστώ——εργάσου / εργαστείτε (rare)
θυμάμαιrememberθυμόμουνθυμήθηκανα θυμηθώ—θυμημένοςθυμήσου / θυμηθείτε
κάθομαιsit, stayκαθόμουνκάθισα / έκατσανα καθίσω / κάτσω—καθισμένοςκάτσε / καθίστε
κοιμάμαιsleepκοιμόμουνκοιμήθηκανα κοιμηθώ—κοιμισμένοςκοιμήσου / κοιμηθείτε
λυπάμαιbe sorry, pityλυπόμουνλυπήθηκανα λυπηθώ—λυπημένοςλυπήσου / λυπηθείτε
ντύνομαιget dressedντυνόμουνντύθηκανα ντυθώ—ντυμένοςντύσου / ντυθείτε
σηκώνομαιget upσηκωνόμουνσηκώθηκανα σηκωθώ—σηκωμένοςσήκω / σηκωθείτε
σκέφτομαιthink, considerσκεφτόμουνσκέφτηκανα σκεφτώ——σκέψου / σκεφτείτε
στέκομαιstandστεκόμουνστάθηκανα σταθώ——στάσου / σταθείτε
στενοχωριέμαιbe upsetστενοχωριόμουνστενοχωρήθηκανα στενοχωρηθώ—στενοχωρημένοςμη στενοχωριέσαι / μη στενοχωριέστε
φαίνομαιseem, appearφαινόμουνφάνηκανα φανώ——φάνου (fixed exhortations) / —
φοβάμαιfear, be afraidφοβόμουνφοβήθηκανα φοβηθώ—φοβισμένοςμη φοβάσαι / μη φοβάστε
χαίρομαιbe gladχαιρόμουνχάρηκανα χαρώ——χάρου / χαρείτε
χρειάζομαιneedχρειαζόμουνχρειάστηκανα χρειαστώ———

6. Defective, impersonal and learned

VerbGlossImperfect 1sgAorist 1sgDependent (να + 1sg)Passive aorist 1sgPassive participle (-μένος)Imperative 2sg / 2pl
αξίζειbe worthάξιζε (3sg)—————
αποτελώconstituteαποτελούσααποτέλεσανα αποτελέσω—; 3sg αποτελέστηκε (exceptional)—αποτέλεσε / αποτελέστε (rare)
αρέσωplease, be likedάρεσαάρεσανα αρέσω———
διεξάγωconduct, carry outδιεξήγαδιεξήγαγανα διεξαγάγωδιεξήχθην / διεξάχθηκα (formal)—— / διεξάγετε (formal)
επικοινωνώcommunicateεπικοινωνούσαεπικοινώνησανα επικοινωνήσω——επικοινώνησε / επικοινωνήστε
καθιστώrender, makeκαθιστούσακατέστησανα καταστήσω—; 3sg κατέστη (learned)κατεστημένοςκατάστησε / καταστήστε (formal)
παρατηρώobserve, noticeπαρατηρούσαπαρατήρησανα παρατηρήσωπαρατηρήθηκα (mainly 3rd person)παρατηρημένος (formal/academic)παρατήρησε / παρατηρήστε
πρέπειmust, have toέπρεπε (3sg)—————
πρόκειταιbe about toεπρόκειτο (3sg)—————
συμβαίνειhappenσυνέβαινε (3sg)συνέβη (3sg)να συμβεί (3sg)———
συμμετέχωparticipateσυμμετείχα—; 3sg συμμετέσχε (formal)να συμμετάσχω——— / συμμετάσχετε (formal)
υπάρχωexist, there beυπήρχαυπήρξανα υπάρξω———

Related Topics

  • είμαι (to be)A1 — The complete inventory of είμαι on one card — present, past, future, να-form and gerund — plus the unusually long list of forms this verb does not have: no aorist or perfective stem, no perfect, no separate mediopassive, no -μένος participle and no plain imperative.
  • έχω (to have)A1 — The complete inventory of έχω on one card — present, the ει- past είχα, future, imperative and gerund — the slots it leaves empty (no aorist, no perfective stem, no perfect of itself, no passive), and the genuinely ambiguous έχω να construction.
  • Suppletive Verbs (βλέπω→είδα)B1 — Six everyday verbs — βλέπω, λέω, τρώω, πάω, έρχομαι, παίρνω — carry two roots each, one for the present and a completely different one for everything perfective. This page puts each verb's present, aorist, να-form, command and perfect on a single card, shows which cells you actually have to memorise and which fall out of the others, and marks the two verbs where the chain breaks.
  • The Two Verb StemsA2 — Aspect becomes visible through stem choice. Most productive verbs contrast an imperfective stem with a perfective stem—γράφω → γράψ-, αγαπώ → αγαπήσ-, παίζω → παίξ-—while one-stem and suppletive verbs require separate principal-part notes.
← Previousμένω (to stay/live)Next →αποτελώ (to constitute)