This index puts the principal parts of 151 frequent Modern Greek verbs in parallel columns for rapid comparison. Use each linked card for meanings, government, register, and the limits of a form. An em dash marks a cell without a live form in the relevant paradigm; it is not an invitation to complete the pattern by analogy.
Legend: two stems · augment · passive -θηκα · -μένος participle · slash = live variants.
1. Essential irregulars Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl βάζω put έβαζα έβαλα να βάλω — βαλμένος βάλε / βάλτε βγάζω take out, remove έβγαζα έβγαλα να βγάλω — βγαλμένος βγάλε / βγάλτε βγαίνω go out έβγαινα βγήκα να βγω — — βγες / βγείτε βλέπω see έβλεπα είδα να δω ειδώθηκα ιδωμένος (literary, rare) δες / δείτε βρίσκω find έβρισκα βρήκα να βρω βρέθηκα — βρες / βρείτε γίνομαι become, happen γινόμουν έγινα να γίνω — — γίνε / γίνετε δίνω give έδινα έδωσα να δώσω δόθηκα δοσμένος δώσε / δώστε είμαι be ήμουν — να είμαι — — να είσαι / να είστε έρχομαι come ερχόμουν ήρθα να έρθω — — έλα / ελάτε έχω have είχα — να έχω — — έχε / έχετε (fixed uses) θέλω want ήθελα θέλησα να θελήσω — — — κάνω do, make έκανα έκανα να κάνω — καμωμένος κάνε / κάντε λέω say, tell έλεγα είπα να πω ειπώθηκα / λέχθηκα (formal; mainly 3rd person in use) ειπωμένος (formal, rare) πες / πείτε μένω stay, reside έμενα έμεινα να μείνω — — μείνε / μείνετε μπαίνω enter έμπαινα μπήκα να μπω — — μπες / μπείτε ξέρω know ήξερα — να ξέρω — — — παίρνω take, get έπαιρνα πήρα να πάρω πάρθηκα παρμένος πάρε / πάρτε πάω / πηγαίνω go πήγαινα πήγα να πάω — πηγαιμένος (folk-style) πήγαινε / πηγαίνετε πίνω drink έπινα ήπια να πιω πιώθηκα (recorded folk; not current personal use) πιωμένος πιες / πιείτε τρώω eat έτρωγα έφαγα να φάω φαγώθηκα φαγωμένος φάε / φάτε
2. Class Α (-ω) Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl αγοράζω buy αγόραζα αγόρασα να αγοράσω αγοράστηκα αγορασμένος αγόρασε / αγοράστε ακούω hear, listen άκουγα άκουσα να ακούσω ακούστηκα ακουσμένος (rare) άκου / ακούστε αλλάζω change άλλαζα άλλαξα να αλλάξω αλλάχτηκα / αλλάχθηκα αλλαγμένος άλλαξε / αλλάξτε ανεβαίνω go up ανέβαινα ανέβηκα να ανεβώ / ανέβω — — ανέβα / ανεβείτε ανήκω belong ανήκα — να ανήκω — — — ανοίγω open άνοιγα άνοιξα να ανοίξω ανοίχτηκα / ανοίχθηκα ανοιγμένος άνοιξε / ανοίξτε αποφασίζω decide αποφάσιζα αποφάσισα να αποφασίσω —; 3sg αποφασίστηκε αποφασισμένος αποφάσισε / αποφασίστε αρχίζω begin άρχιζα άρχισα να αρχίσω — — άρχισε / αρχίστε αφήνω leave, let άφηνα άφησα να αφήσω αφέθηκα αφημένος άσε / αφήστε γεμίζω fill γέμιζα γέμισα να γεμίσω γεμίστηκα (marginal) γεμισμένος γέμισε / γεμίστε γνωρίζω know, meet γνώριζα γνώρισα να γνωρίσω γνωρίστηκα γνωρισμένος (regional/old) γνώρισε / γνωρίστε γράφω write έγραφα έγραψα να γράψω γράφτηκα γραμμένος γράψε / γράψτε γυρίζω turn, return γύριζα / γυρνούσα γύρισα να γυρίσω γυρίστηκα γυρισμένος γύρισε / γυρίστε δείχνω show έδειχνα έδειξα να δείξω δείχτηκα δειγμένος (rare) δείξε / δείξτε διαβάζω read, study διάβαζα διάβασα να διαβάσω διαβάστηκα διαβασμένος διάβασε / διαβάστε διαλέγω choose διάλεγα διάλεξα να διαλέξω διαλέχτηκα διαλεγμένος διάλεξε / διαλέξτε δοκιμάζω try, test δοκίμαζα δοκίμασα να δοκιμάσω δοκιμάστηκα δοκιμασμένος δοκίμασε / δοκιμάστε δουλεύω work δούλευα δούλεψα να δουλέψω —; 3sg δουλεύτηκε δουλεμένος δούλεψε / δουλέψτε επιστρέφω return επέστρεφα επέστρεψα να επιστρέψω επιστράφηκα — επίστρεψε / επιστρέψτε επιτρέπω allow επέτρεπα επέτρεψα να επιτρέψω —; 3sg επιτράπηκε — επίτρεψε (uncommon) / επιτρέψτε (formal/polite) ετοιμάζω prepare ετοίμαζα ετοίμασα να ετοιμάσω ετοιμάστηκα ετοιμασμένος ετοίμασε / ετοιμάστε καθαρίζω clean καθάριζα καθάρισα να καθαρίσω καθαρίστηκα καθαρισμένος καθάρισε / καθαρίστε καίω burn έκαιγα έκαψα να κάψω κάηκα καμένος κάψε / κάψτε κανονίζω arrange κανόνιζα κανόνισα να κανονίσω κανονίστηκα κανονισμένος κανόνισε / κανονίστε καταλαβαίνω understand καταλάβαινα κατάλαβα να καταλάβω — — κατάλαβε / καταλάβετε κατεβαίνω go down κατέβαινα κατέβηκα να κατεβώ / κατέβω — — κατέβα / κατεβείτε κερδίζω win, earn κέρδιζα κέρδισα να κερδίσω —; 3sg κερδήθηκε κερδισμένος κέρδισε / κερδίστε κλαίω cry έκλαιγα έκλαψα να κλάψω κλαύτηκα (rare) κλαμένος κλάψε / κλάψτε κλέβω steal έκλεβα έκλεψα να κλέψω κλάπηκα (formal) κλεμμένος κλέψε / κλέψτε κλείνω close έκλεινα έκλεισα να κλείσω κλείστηκα κλεισμένος κλείσε / κλείστε κόβω cut έκοβα έκοψα να κόψω κόπηκα κομμένος κόψε / κόψτε λείπω be absent, miss έλειπα έλειψα να λείψω — — λείψε (fixed dismissal) / — μαγειρεύω cook μαγείρευα μαγείρεψα να μαγειρέψω —; 3sg μαγειρεύτηκε μαγειρεμένος μαγείρεψε / μαγειρέψτε μαθαίνω learn μάθαινα έμαθα να μάθω —; 3sg μαθεύτηκε μαθημένος μάθε / μάθετε νιώθω feel ένιωθα ένιωσα να νιώσω — — νιώσε / νιώστε (rare) νομίζω think, suppose νόμιζα νόμισα να νομίσω — — — παίζω play έπαιζα έπαιξα να παίξω —; 3sg παίχτηκε — παίξε / παίξτε παραγγέλνω order παράγγελνα παρήγγειλα να παραγγείλω παραγγέλθηκα (mainly 3rd person) παραγγελμένος παράγγειλε / παραγγείλτε περιγράφω describe περιέγραφα περιέγραψα να περιγράψω περιγράφηκα / περιγράφτηκα περιγεγραμμένος (geometry) περίγραψε / περιγράψτε περιμένω wait περίμενα περίμενα να περιμένω — — περίμενε / περιμένετε πέφτω fall έπεφτα έπεσα να πέσω — πεσμένος πέσε / πέστε πιάνω catch, take hold έπιανα έπιασα να πιάσω πιάστηκα πιασμένος πιάσε / πιάστε πιστεύω believe πίστευα πίστεψα να πιστέψω πιστεύτηκα (mainly 3rd person) — πίστεψε / πιστέψτε πλένω wash έπλενα έπλυνα να πλύνω πλύθηκα πλυμένος πλύνε / πλύνετε πληρώνω pay πλήρωνα πλήρωσα να πληρώσω πληρώθηκα πληρωμένος πλήρωσε / πληρώστε προλαβαίνω make it in time προλάβαινα πρόλαβα να προλάβω — — πρόλαβε / προλάβετε προσέχω pay attention πρόσεχα πρόσεξα να προσέξω προσέχτηκα; 3sg προσέχθηκε (formal reporting) προσεγμένος πρόσεξε / προσέξτε προτείνω propose πρότεινα πρότεινα να προτείνω προτάθηκα — πρότεινε / προτείνετε ρίχνω throw, drop έριχνα έριξα να ρίξω ρίχτηκα ριγμένος ρίξε / ρίξτε σηκώνω lift σήκωνα σήκωσα να σηκώσω σηκώθηκα σηκωμένος σήκωσε / σηκώστε σπάω / σπάζω break έσπαγα / έσπαζα έσπασα να σπάσω σπάστηκα σπασμένος σπάσε / σπάστε στέλνω send έστελνα έστειλα να στείλω στάλθηκα σταλμένος στείλε / στείλτε συνεχίζω continue συνέχιζα συνέχισα να συνεχίσω συνεχίστηκα (mainly 3sg in use) — συνέχισε / συνεχίστε ταξιδεύω travel ταξίδευα ταξίδεψα να ταξιδέψω — ταξιδεμένος ταξίδεψε / ταξιδέψτε τελειώνω finish τελείωνα τελείωσα να τελειώσω — τελειωμένος τελείωσε / τελειώστε τρέχω run έτρεχα έτρεξα να τρέξω — — τρέξε / τρέξτε φέρνω bring έφερνα έφερα να φέρω — φερμένος φέρε / φέρτε φεύγω leave έφευγα έφυγα να φύγω — — φύγε / φύγετε φταίω be at fault έφταιγα έφταιξα να φταίξω — — — φτάνω arrive, be enough έφτανα έφτασα να φτάσω φτάστηκα (colloquial, rare) φτασμένος φτάσε / φτάστε φτιάχνω make, fix έφτιαχνα έφτιαξα να φτιάξω φτιάχτηκα φτιαγμένος φτιάξε / φτιάξτε χάνω lose, miss έχανα έχασα να χάσω χάθηκα χαμένος χάσε / χάστε χορεύω dance χόρευα χόρεψα να χορέψω —; 3sg χορεύτηκε — χόρεψε / χορέψτε ψάχνω look for έψαχνα έψαξα να ψάξω ψάχτηκα ψαγμένος ψάξε / ψάξτε
3. Class Β1 (-άω/-ώ) Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl αγαπάω / αγαπώ love αγαπούσα / αγάπαγα αγάπησα να αγαπήσω αγαπήθηκα αγαπημένος αγάπα / αγαπήστε απαντάω / απαντώ answer απαντούσα απάντησα να απαντήσω — — απάντα / απαντήστε βοηθάω / βοηθώ help βοηθούσα / βοήθαγα βοήθησα να βοηθήσω βοηθήθηκα — βοήθα / βοηθήστε γελάω / γελώ laugh γελούσα / γέλαγα γέλασα να γελάσω γελάστηκα γελασμένος γέλα / γελάστε διψάω / διψώ be thirsty διψούσα / δίψαγα δίψασα να διψάσω — διψασμένος — ζητάω / ζητώ ask for ζητούσα ζήτησα να ζητήσω ζητήθηκα ζητημένος ζήτα / ζητήστε κοιτάω / κοιτώ look κοιτούσα / κοίταζα κοίταξα να κοιτάξω κοιτάχτηκα — κοίτα / κοιτάξτε κολυμπάω / κολυμπώ swim κολυμπούσα κολύμπησα να κολυμπήσω — — κολύμπα / κολυμπήστε κρατάω / κρατώ hold, keep κρατούσα κράτησα να κρατήσω κρατήθηκα κρατημένος κράτα / κρατήστε μιλάω / μιλώ speak, talk μιλούσα μίλησα να μιλήσω μιλήθηκα μιλημένος (informal, sense-bound) μίλα / μιλήστε ξεκινάω / ξεκινώ start, set off ξεκινούσα / ξεκίναγα ξεκίνησα να ξεκινήσω — — ξεκίνα / ξεκινήστε ξεχνάω / ξεχνώ forget ξεχνούσα ξέχασα να ξεχάσω ξεχάστηκα ξεχασμένος ξέχνα / ξεχάστε ξυπνάω / ξυπνώ wake up ξυπνούσα / ξύπναγα ξύπνησα να ξυπνήσω — ξυπνημένος ξύπνα / ξυπνήστε πεινάω / πεινώ be hungry πεινούσα / πείναγα πείνασα να πεινάσω — πεινασμένος — περνάω / περνώ pass, spend περνούσα / πέρναγα πέρασα να περάσω περάστηκα περασμένος πέρνα / περάστε περπατάω / περπατώ walk περπατούσα περπάτησα να περπατήσω — περπατημένος περπάτα / περπατήστε πονάω / πονώ hurt πονούσα / πόναγα πόνεσα να πονέσω — πονεμένος πόνα / πονέστε (rare) πουλάω / πουλώ sell πουλούσα / πούλαγα πούλησα να πουλήσω πουλήθηκα πουλημένος πούλα / πουλήστε προτιμάω / προτιμώ prefer προτιμούσα προτίμησα να προτιμήσω προτιμήθηκα — προτίμα / προτιμήστε (rare) προχωράω / προχωρώ proceed προχωρούσα προχώρησα να προχωρήσω — προχωρημένος προχώρα / προχωρήστε ρωτάω / ρωτώ ask ρωτούσα ρώτησα να ρωτήσω ρωτήθηκα — ρώτα / ρωτήστε σταματάω / σταματώ stop σταματούσα / σταμάταγα σταμάτησα να σταματήσω — σταματημένος σταμάτα / σταματήστε συμφωνάω / συμφωνώ agree συμφωνούσα συμφώνησα να συμφωνήσω —; 3sg συμφωνήθηκε συμφωνημένος συμφώνα / συμφωνήστε συναντάω / συναντώ meet συναντούσα συνάντησα να συναντήσω συναντήθηκα — συνάντησε / συναντήστε τηλεφωνάω / τηλεφωνώ telephone τηλεφωνούσα τηλεφώνησα να τηλεφωνήσω — — τηλεφώνα / τηλεφωνήστε τραβάω / τραβώ pull, draw τραβούσα / τράβαγα τράβηξα να τραβήξω τραβήχτηκα τραβηγμένος τράβα / τραβήξτε τραγουδάω / τραγουδώ sing τραγουδούσα τραγούδησα να τραγουδήσω —; 3sg τραγουδήθηκε τραγουδισμένος / τραγουδημένος τραγούδα / τραγουδήστε φοράω / φορώ wear φορούσα / φόραγα φόρεσα να φορέσω φορέθηκα φορεμένος φόρα / φορέστε
4. Class Β2 (-ώ/-είς) Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl ακολουθώ follow ακολουθούσα ακολούθησα να ακολουθήσω ακολουθήθηκα (mainly 3rd person) — ακολούθησε / ακολουθήστε δημιουργώ create δημιουργούσα δημιούργησα να δημιουργήσω δημιουργήθηκα δημιουργημένος δημιούργησε / δημιουργήστε εξηγώ explain εξηγούσα εξήγησα να εξηγήσω εξηγήθηκα εξηγημένος εξήγησε / εξηγήστε ζω live ζούσα έζησα να ζήσω — — ζήσε / ζήστε θεωρώ consider θεωρούσα θεώρησα να θεωρήσω θεωρήθηκα — θεώρησε / θεωρήστε (sense-bound) καλώ call, invite καλούσα κάλεσα να καλέσω καλέστηκα / κλήθηκα καλεσμένος κάλεσε / καλέστε μπορώ can, be able μπορούσα μπόρεσα να μπορέσω — — — οδηγώ drive, lead οδηγούσα οδήγησα να οδηγήσω οδηγήθηκα οδηγημένος οδήγησε / οδηγήστε προσπαθώ try προσπαθούσα προσπάθησα να προσπαθήσω — — προσπάθησε / προσπαθήστε χρησιμοποιώ use χρησιμοποιούσα χρησιμοποίησα να χρησιμοποιήσω χρησιμοποιήθηκα χρησιμοποιημένος χρησιμοποίησε / χρησιμοποιήστε
5. Deponent (-ομαι) Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl αισθάνομαι feel αισθανόμουν αισθάνθηκα να αισθανθώ — — — δέχομαι accept, receive δεχόμουν δέχτηκα / δέχθηκα να δεχτώ / δεχθώ — — δέξου / δεχτείτε ενδιαφέρομαι be interested ενδιαφερόμουν ενδιαφέρθηκα να ενδιαφερθώ — — ενδιαφέρσου / ενδιαφερθείτε εργάζομαι work εργαζόμουν εργάστηκα / εργάσθηκα να εργαστώ — — εργάσου / εργαστείτε (rare) θυμάμαι remember θυμόμουν θυμήθηκα να θυμηθώ — θυμημένος θυμήσου / θυμηθείτε κάθομαι sit, stay καθόμουν κάθισα / έκατσα να καθίσω / κάτσω — καθισμένος κάτσε / καθίστε κοιμάμαι sleep κοιμόμουν κοιμήθηκα να κοιμηθώ — κοιμισμένος κοιμήσου / κοιμηθείτε λυπάμαι be sorry, pity λυπόμουν λυπήθηκα να λυπηθώ — λυπημένος λυπήσου / λυπηθείτε ντύνομαι get dressed ντυνόμουν ντύθηκα να ντυθώ — ντυμένος ντύσου / ντυθείτε σηκώνομαι get up σηκωνόμουν σηκώθηκα να σηκωθώ — σηκωμένος σήκω / σηκωθείτε σκέφτομαι think, consider σκεφτόμουν σκέφτηκα να σκεφτώ — — σκέψου / σκεφτείτε στέκομαι stand στεκόμουν στάθηκα να σταθώ — — στάσου / σταθείτε στενοχωριέμαι be upset στενοχωριόμουν στενοχωρήθηκα να στενοχωρηθώ — στενοχωρημένος μη στενοχωριέσαι / μη στενοχωριέστε φαίνομαι seem, appear φαινόμουν φάνηκα να φανώ — — φάνου (fixed exhortations) / — φοβάμαι fear, be afraid φοβόμουν φοβήθηκα να φοβηθώ — φοβισμένος μη φοβάσαι / μη φοβάστε χαίρομαι be glad χαιρόμουν χάρηκα να χαρώ — — χάρου / χαρείτε χρειάζομαι need χρειαζόμουν χρειάστηκα να χρειαστώ — — —
6. Defective, impersonal and learned Verb Gloss Imperfect 1sg Aorist 1sg Dependent (να + 1sg) Passive aorist 1sg Passive participle (-μένος) Imperative 2sg / 2pl αξίζει be worth άξιζε (3sg) — — — — — αποτελώ constitute αποτελούσα αποτέλεσα να αποτελέσω —; 3sg αποτελέστηκε (exceptional) — αποτέλεσε / αποτελέστε (rare) αρέσω please, be liked άρεσα άρεσα να αρέσω — — — διεξάγω conduct, carry out διεξήγα διεξήγαγα να διεξαγάγω διεξήχθην / διεξάχθηκα (formal) — — / διεξάγετε (formal) επικοινωνώ communicate επικοινωνούσα επικοινώνησα να επικοινωνήσω — — επικοινώνησε / επικοινωνήστε καθιστώ render, make καθιστούσα κατέστησα να καταστήσω —; 3sg κατέστη (learned) κατεστημένος κατάστησε / καταστήστε (formal) παρατηρώ observe, notice παρατηρούσα παρατήρησα να παρατηρήσω παρατηρήθηκα (mainly 3rd person) παρατηρημένος (formal/academic) παρατήρησε / παρατηρήστε πρέπει must, have to έπρεπε (3sg) — — — — — πρόκειται be about to επρόκειτο (3sg) — — — — — συμβαίνει happen συνέβαινε (3sg) συνέβη (3sg) να συμβεί (3sg) — — — συμμετέχω participate συμμετείχα —; 3sg συμμετέσχε (formal) να συμμετάσχω — — — / συμμετάσχετε (formal) υπάρχω exist, there be υπήρχα υπήρξα να υπάρξω — — —
Related Topics είμαι (to be) A1 — The complete inventory of είμαι on one card — present, past, future, να-form and gerund — plus the unusually long list of forms this verb does not have: no aorist or perfective stem, no perfect, no separate mediopassive, no -μένος participle and no plain imperative. έχω (to have) A1 — The complete inventory of έχω on one card — present, the ει- past είχα, future, imperative and gerund — the slots it leaves empty (no aorist, no perfective stem, no perfect of itself, no passive), and the genuinely ambiguous έχω να construction. Suppletive Verbs (βλέπω→είδα) B1 — Six everyday verbs — βλέπω, λέω, τρώω, πάω, έρχομαι, παίρνω — carry two roots each, one for the present and a completely different one for everything perfective. This page puts each verb's present, aorist, να-form, command and perfect on a single card, shows which cells you actually have to memorise and which fall out of the others, and marks the two verbs where the chain breaks. The Two Verb Stems A2 — Aspect becomes visible through stem choice. Most productive verbs contrast an imperfective stem with a perfective stem—γράφω → γράψ-, αγαπώ → αγαπήσ-, παίζω → παίξ-—while one-stem and suppletive verbs require separate principal-part notes. ← Previous μένω (to stay/live) Next → αποτελώ (to constitute)