| Question | Answer |
|---|---|
the back | η πλάτη |
the knee | το γόνατο |
Today my back and my knee hurt, because I walked a lot yesterday. | Σήμερα με πονάει η πλάτη μου και το γόνατό μου, γιατί περπάτησα πολύ χτες. |
the stomach | η κοιλιά |
My stomach hurts, so I don't want to eat now. | Με πονάει η κοιλιά μου, γι’ αυτό δεν θέλω να φάω τώρα. |
the throat | ο λαιμός |
My friend says that her stomach and her throat hurt, so she is staying home. | Η φίλη μου λέει ότι πονάει η κοιλιά της και ο λαιμός της, οπότε μένει σπίτι. |
the finger | το δάχτυλο |
When I write for a long time, my finger and my back still hurt. | Όταν γράφω πολλή ώρα, το δάχτυλό μου και η πλάτη μου πονάνε ακόμα. |
the fall | η πτώση |
After the fall, I had pain in my knee and in my back. | Μετά την πτώση, είχα πόνο στο γόνατο και στην πλάτη. |
swollen | πρησμένος |
After the fall, her knee is a little swollen and needs rest. | Μετά την πτώση, το γόνατό της είναι λίγο πρησμένο και χρειάζεται ξεκούραση. |
the band-aid | το τσιρότο |
I cut my finger a little in the kitchen and immediately put on a band-aid. | Έκοψα λίγο το δάχτυλό μου στην κουζίνα και έβαλα αμέσως ένα τσιρότο. |
the wound | η πληγή |
The wound on her hand is small, but the finger is still swollen. | Η πληγή στο χέρι της είναι μικρή, αλλά το δάχτυλο είναι ακόμα πρησμένο. |
the pharmacist | ο φαρμακοποιός |
the ointment | η αλοιφή |
the bandage | ο επίδεσμος |
The pharmacist gave me ointment for the wound and a bandage for the knee. | Ο φαρμακοποιός μου έδωσε αλοιφή για την πληγή και έναν επίδεσμο για το γόνατο. |
to get wet | βρέχομαι |
I get wet when it rains and I don't have an umbrella. | Βρέχομαι όταν βρέχει και δεν έχω ομπρέλα. |
If the band-aid gets wet, you have to change it immediately. | Αν το τσιρότο βραχεί, πρέπει να το αλλάξεις αμέσως. |
The ointment helps a lot, but the bandage is more useful when I walk. | Η αλοιφή βοηθάει πολύ, αλλά ο επίδεσμος είναι πιο χρήσιμος όταν περπατάω. |
the cough | ο βήχας |
to sneeze | φτερνίζομαι |
continuously | συνέχεια |
It is raining continuously today. | Βρέχει συνέχεια σήμερα. |
Since the morning I have a cough and I keep sneezing. | Από το πρωί έχω βήχα και φτερνίζομαι συνέχεια. |
My sister sneezes often and also has a little cough in the evening. | Η αδερφή μου φτερνίζεται συχνά και έχει και λίγο βήχα το βράδυ. |
the pill | το χάπι |
the syrup | το σιρόπι |
to go to sleep | κοιμάμαι |
I sleep better when the room is quiet. | Κοιμάμαι καλύτερα όταν το δωμάτιο είναι ήσυχο. |
The doctor said to take a pill now and syrup before I go to sleep. | Ο γιατρός είπε να πάρω ένα χάπι τώρα και σιρόπι πριν κοιμηθώ. |
The cough syrup is bitter, but the pill helps me faster. | Το σιρόπι για τον βήχα είναι πικρό, αλλά το χάπι με βοηθάει πιο γρήγορα. |
the dizziness | η ζάλη |
Today I feel a little dizzy when I get up too quickly from the chair. | Σήμερα έχω λίγη ζάλη όταν σηκώνομαι πολύ γρήγορα από την καρέκλα. |
despite | παρά |
Despite the dizziness, I went to the pharmacy because I needed my syrup. | Παρά τη ζάλη, πήγα στο φαρμακείο γιατί χρειαζόμουν το σιρόπι μου. |
the lip | το χείλος |
dry | ξηρός |
My lips are dry today. | Τα χείλη μου είναι ξηρά σήμερα. |
My lips are very dry today, because I am not drinking enough water. | Τα χείλη μου είναι πολύ ξηρά σήμερα, γιατί δεν πίνω αρκετό νερό. |
I put a little ointment on my lips when it is very cold. | Βάζω λίγη αλοιφή στα χείλη μου όταν έχει πολύ κρύο. |
the treatment | η θεραπεία |
The doctor said that the treatment will last one week. | Η γιατρός είπε ότι η θεραπεία θα κρατήσει μία εβδομάδα. |
the recovery | η ανάρρωση |
the sleep | ο ύπνος |
Sleep helps me when I have stress. | Ο ύπνος με βοηθάει όταν έχω άγχος. |
Sleep, water, and a good diet help recovery. | Στην ανάρρωση βοηθάει ο ύπνος, το νερό και η καλή διατροφή. |
The pharmacist said that this treatment is simple and will not last long. | Ο φαρμακοποιός είπε ότι αυτή η θεραπεία είναι απλή και δεν θα κρατήσει πολύ. |
After a few days of recovery, my friend is no longer so tired. | Μετά από λίγες μέρες ανάρρωσης, η φίλη μου δεν είναι πια τόσο κουρασμένη. |
the patient | η ασθενής |
The patient said that she still has pain in her knee. | Η ασθενής είπε ότι έχει ακόμα πόνο στο γόνατο. |
At the hospital the patient waited calmly, despite the pain in her back. | Στο νοσοκομείο η ασθενής περίμενε ήρεμα, παρά τον πόνο στην πλάτη. |
the male patient | ο ασθενής |
The male patient is waiting calmly for the doctor at the hospital. | Ο ασθενής περιμένει ήρεμα τη γιατρό στο νοσοκομείο. |
the female patient | η ασθενής |
After the appointment, the patient went to the pharmacy. | Μετά το ραντεβού, η ασθενής πήγε στο φαρμακείο. |
The doctor spoke first with the male patient and then with the female patient. | Ο γιατρός μίλησε πρώτα με τον ασθενή και μετά με την ασθενή. |
Maria | η Μαρία |
Maria said that she will come after work. | Η Μαρία είπε ότι θα έρθει μετά τη δουλειά. |
all night | όλη νύχτα |
I didn't sleep well, because there was noise all night. | Δεν κοιμήθηκα καλά, γιατί είχε θόρυβο όλη νύχτα. |
Maria is not answering the phone; she is probably sleeping, because she had a cough all night. | Η Μαρία δεν απαντάει στο τηλέφωνο· θα κοιμάται, γιατί είχε βήχα όλη νύχτα. |
Nikos | ο Νίκος |
Despite his cough, Nikos went to work. | Παρά τον βήχα του, ο Νίκος πήγε στη δουλειά. |
Nikos didn’t come to work; his throat probably still hurts. | Ο Νίκος δεν ήρθε στη δουλειά· θα πονάει ακόμα ο λαιμός του. |
Despite the wound on her finger, she wrote the email normally. | Παρά την πληγή στο δάχτυλό της, έγραψε κανονικά το email. |
he | εκείνος |
He speaks slowly, so I understand him better. | Εκείνος μιλάει αργά, οπότε τον καταλαβαίνω καλύτερα. |
Despite the bandage on his knee, he walked to the pharmacy. | Παρά τον επίδεσμο στο γόνατο, εκείνος περπάτησε μέχρι το φαρμακείο. |
to go back | ξαναπάω |
If I forget my phone, I go back home. | Αν ξεχάσω το τηλέφωνό μου, ξαναπάω σπίτι. |
If I keep sneezing like this, I will go back to the pharmacist tomorrow. | Αν συνεχίσω να φτερνίζομαι έτσι, θα ξαναπάω στον φαρμακοποιό αύριο. |
to get | γίνομαι |
I get nervous when I drink a lot of coffee. | Γίνομαι νευρικός όταν πίνω πολύ καφέ. |
soon | σύντομα |
I will call you soon. | Θα σε πάρω σύντομα. |
I want to get well soon, because I can’t stand this dizziness and this cough any longer. | Θέλω να γίνω καλά σύντομα, γιατί δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζάλη και αυτόν τον βήχα. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io