| the semester | το εξάμηνο |
| the lab | το εργαστήριο |
| This semester we have a Greek class and a Greek lab. | Αυτό το εξάμηνο έχουμε μάθημα ελληνικών και ένα εργαστήριο ελληνικών. |
| In the previous semester we didn’t have a lab, only theory. | Στο προηγούμενο εξάμηνο δεν είχαμε εργαστήριο, μόνο θεωρία. |
| to act out | παίζω |
| In the evening I play games on my phone. | Το βράδυ παίζω παιχνίδια στο κινητό μου. |
| In the lab we write dialogues and then act them out in class. | Στο εργαστήριο γράφουμε διαλόγους και μετά τους παίζουμε στην τάξη. |
| to drop | πέφτω |
| I often fall when I walk fast in the park. | Πέφτω συχνά όταν περπατάω γρήγορα στο πάρκο. |
| When I am tired, my concentration drops and the lab seems more difficult. | Όταν είμαι κουρασμένος, η συγκέντρωσή μου πέφτει και το εργαστήριο φαίνεται πιο δύσκολο. |
| the procrastination | η αναβλητικότητα |
| the enemy | ο εχθρός |
| The teacher says that procrastination is an enemy of concentration. | Η δασκάλα λέει ότι η αναβλητικότητα είναι εχθρός της συγκέντρωσης. |
| to fight | πολεμάω |
| the addiction | ο εθισμός |
| I try to fight procrastination, because for me it is an enemy of my goals and can become an addiction. | Προσπαθώ να πολεμήσω την αναβλητικότητα, γιατί για εμένα είναι εχθρός των στόχων μου και μπορεί να γίνει εθισμός. |
| addicted | εθισμένος |
| Addiction to the phone makes many students addicted to the internet and less focused in class. | Ο εθισμός στο κινητό κάνει πολλούς φοιτητές εθισμένους στο ίντερνετ και λιγότερο συγκεντρωμένους στο μάθημα. |
| I don’t want to be addicted to the phone, so I must fight this habit. | Δεν θέλω να είμαι εθισμένος στο τηλέφωνο, γι’ αυτό πρέπει να πολεμήσω αυτή τη συνήθεια. |
| the refugee | ο πρόσφυγας |
| the migrant | ο μετανάστης |
| In class we talk about how a refugee or a migrant lives in a new country. | Στο μάθημα μιλάμε για το πώς ζει ένας πρόσφυγας ή ένας μετανάστης σε καινούρια χώρα. |
| the community | η κοινότητα |
| to organize | οργανώνω |
| Our community organizes help for refugees and migrants who live near us. | Η κοινότητά μας οργανώνει βοήθεια για πρόσφυγες και μετανάστες που μένουν κοντά μας. |
| the association | ο σύλλογος |
| local | τοπικός |
| In the neighborhood there is a small association that supports the local community. | Στη γειτονιά υπάρχει ένας μικρός σύλλογος που στηρίζει την τοπική κοινότητα. |
| the event | η εκδήλωση |
| the volunteering | ο εθελοντισμός |
| The association often organizes a local event about volunteering and also invites students. | Ο σύλλογος οργανώνει συχνά τοπική εκδήλωση για τον εθελοντισμό και καλεί και φοιτητές. |
| to belong | ανήκω |
| Through volunteering and participation in each event I feel that I belong more to this city. | Μέσα από τον εθελοντισμό και τη συμμετοχή σε κάθε εκδήλωση νιώθω ότι ανήκω περισσότερο σε αυτή την πόλη. |
| the article | το άρθρο |
| Today I am reading an article in Greek about Greek music. | Σήμερα διαβάζω ένα άρθρο στα ελληνικά για την ελληνική μουσική. |
| even if | έστω κι αν |
| I want to speak Greek every day, even if I am tired. | Θέλω να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα, έστω κι αν είμαι κουρασμένος. |
| I want to write my own article in Greek, even if I make many mistakes. | Θέλω να γράψω δικό μου άρθρο στα ελληνικά, έστω κι αν κάνω πολλά λάθη. |
| In the evening we play chess and a board game with my friends, and my opponent always laughs. | Το βράδυ παίζουμε σκάκι και ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με την παρέα μου, και ο αντίπαλός μου πάντα γελάει. |
| My niece asks me how each piece moves in each board game. | Η ανιψιά μου με ρωτάει πώς κινείται κάθε πιόνι σε κάθε επιτραπέζιο παιχνίδι. |
| as | ως |
| the adult | ο ενήλικας |
| responsible | υπεύθυνος |
| As an adult I have to be more responsible with my time and my money. | Ως ενήλικας πρέπει να είμαι πιο υπεύθυνος με τον χρόνο και τα χρήματά μου. |
| When I was a child, I was often insecure and didn’t understand what it means to become an adult and work every day. | Όταν ήμουν παιδί, ήμουν συχνά ανασφαλής και δεν καταλάβαινα τι σημαίνει να γίνω ενήλικας και να δουλεύω κάθε μέρα. |
| to let | αφήνω |
| I leave my keys on the table in the living room. | Αφήνω τα κλειδιά μου πάνω στο τραπέζι στο σαλόνι. |
| stagnant | στάσιμος |
| Our teacher is strict but responsible and doesn’t let us stay stagnant. | Η δασκάλα μας είναι αυστηρή αλλά υπεύθυνη και δεν μας αφήνει να μένουμε στάσιμοι. |
| large | μεγάλος |
| This apartment is very big for us. | Αυτό το διαμέρισμα είναι πολύ μεγάλο για εμάς. |
| the exhibition | η έκθεση |
| the work | το έργο |
| the painter | ο ζωγράφος |
| At the museum we see a large exhibition with works by a young painter from Greece. | Στο μουσείο βλέπουμε μια μεγάλη έκθεση με έργα ενός νέου ζωγράφου από την Ελλάδα. |
| This exhibition shows me how the painter sees his city at night in each work. | Η έκθεση αυτή μου δείχνει πώς βλέπει ο ζωγράφος την πόλη του τη νύχτα σε κάθε έργο. |
| the saving | η αποταμίευση |
| For me, saving money is more important than new clothes. | Για εμένα η αποταμίευση είναι πιο σημαντική από τα καινούρια ρούχα. |
| to save | αποταμιεύω |
| I try to make a small saving and to save a little money every month for my vacation. | Προσπαθώ να κάνω μικρή αποταμίευση και να αποταμιεύω λίγα χρήματα κάθε μήνα για τις διακοπές μου. |
| If I save enough, I will be able to go to Greece every summer. | Αν αποταμιεύω αρκετά, θα μπορώ να πηγαίνω στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι. |
| to make a statement | κάνω δήλωση |
| At the bank I make a declaration that my address has changed. | Στην τράπεζα κάνω δήλωση ότι η διεύθυνσή μου έχει αλλάξει. |
| written | γραπτός |
| The written Greek exam is tomorrow. | Η γραπτή εξέταση ελληνικών είναι αύριο. |
| For the scholarship I must make a written statement in Greek. | Για την υποτροφία πρέπει να κάνω μια γραπτή δήλωση στα ελληνικά. |
| the statement | η δήλωση |
| The teacher (female) reads my statement in class. | Η δασκάλα διαβάζει τη δήλωσή μου στην τάξη. |
| This statement explains why I want to study in Greece and how I will use my Greek at work. | Η δήλωση αυτή εξηγεί γιατί θέλω να σπουδάσω στην Ελλάδα και πώς θα χρησιμοποιήσω τα ελληνικά μου στη δουλειά. |
| I haven’t seen my grandmother for two months and I know she misses me a lot. | Έχω να δω τη γιαγιά μου δύο μήνες και ξέρω ότι της λείπω πολύ. |
| since | από |
| last year | πέρσι |
| Last year I went on vacation to Greece. | Πέρσι πήγα διακοπές στην Ελλάδα. |
| My friend hasn’t written an article in Greek since last year, so she feels a bit insecure. | Η φίλη μου έχει να γράψει άρθρο στα ελληνικά από πέρσι, γι’ αυτό νιώθει λίγο ανασφαλής. |
| As adults we still have many things to learn, but if we don’t remain stagnant and feel that we belong somewhere, every small step builds our self‑confidence. | Ως ενήλικες έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα, αλλά αν δεν μένουμε στάσιμοι και νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου, κάθε μικρό βήμα χτίζει την αυτοπεποίθησή μας. |
| In the student exchange program, each participation is important for volunteering and the community. | Στο πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών, κάθε συμμετοχή είναι σημαντική για τον εθελοντισμό και την κοινότητα. |
| In the online class the professor often makes a small remark to us, but he says it is preferable for us to try rather than remain silent. | Στο διαδικτυακό μάθημα ο καθηγητής μάς κάνει συχνά μικρή παρατήρηση, αλλά λέει ότι είναι προτιμότερο να δοκιμάζουμε παρά να μένουμε σιωπηλοί. |
| to come back | γυρίζω |
| I come back home late in the evening. | Γυρίζω σπίτι αργά το βράδυ. |
| I come back from work tired. | Γυρίζω από τη δουλειά κουρασμένος. |