κοιμάμαι

Usages of κοιμάμαι

Κοιμάμαι νωρίς κάθε μέρα.
I sleep early every day.
Η φίλη μου δεν κοιμάται ποτέ νωρίς.
My (female) friend never sleeps early.
Χτες βράδυ είχε θόρυβο και δεν κοιμήθηκα καλά.
Last night there was noise and I didn’t sleep well.
Βήχω πολύ το βράδυ και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
I cough a lot at night and I can’t sleep.
Προσπαθώ να κοιμάμαι καλά, να τρώω φρούτα και να ζω χωρίς πολύ άγχος.
I try to sleep well, eat fruit, and live without much stress.
Το βράδυ συνήθως κοιμάμαι νωρίς.
At night I usually sleep early.
Στις διακοπές θέλω να κοιμάμαι πολύ και να μην δουλεύω.
On vacation I want to sleep a lot and not work.
Τη νύχτα κοιμάμαι στο σπίτι.
At night I sleep at home.
Τα βράδια βλέπουμε μια σειρά στην τηλεόραση πριν κοιμηθούμε.
In the evenings we watch a series on TV before we sleep.
Γράφω τις πιο σημαντικές σκέψεις μου στο ημερολόγιο πριν κοιμηθώ.
I write my most important thoughts in the diary before I sleep.
Πρόσφατα έχω λιγότερο άγχος, γιατί κοιμάμαι καλύτερα.
Recently I have less stress because I sleep better.
Πρόσφατα άρχισα να γράφω ημερολόγιο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ.
Recently I started to write a diary every night before I sleep.
Χωρίς καλή κουβέρτα και άνετο μαξιλάρι δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά.
Without a good blanket and a comfortable pillow I cannot sleep well.
Πριν να κοιμηθώ, κλείνω την κουρτίνα στο δωμάτιο για να μην μπαίνει φως.
Before I sleep, I close the curtain in the room so that no light comes in.
Στο υπνοδωμάτιο κοιμάμαι κάθε βράδυ.
In the bedroom I sleep every night.
Συνήθως κοιμάμαι λίγο το μεσημέρι.
I usually sleep a little at noon.
Το βράδυ προτιμώ ελαφρύ φαγητό, για να κοιμάμαι καλύτερα.
In the evening I prefer light food so that I sleep better.
Προσπαθώ να μειώνω τον καφέ το βράδυ, για να κοιμάμαι καλύτερα.
I try to reduce coffee in the evening so that I sleep better.
Σήμερα γράφω τις σκέψεις μου στο ημερολόγιό μου πριν κοιμηθώ.
Today I write my thoughts in my diary before I go to sleep.
Όταν όλοι κοιμούνται, χαμηλώνω την ένταση με το τηλεκοντρόλ για να μην ενοχλώ κανέναν.
When everyone is sleeping, I lower the volume with the remote so as not to disturb anyone.
Κάθε βράδυ λέω ότι πάω να κοιμηθώ νωρίς, αλλά τελικά μένω μέχρι αργά για να δω «ακόμα ένα» επεισόδιο.
Every night I say that I’m going to sleep early, but in the end I stay up late to watch “one more” episode.
Χτες το βράδυ είχε έναν ξαφνικό δυνατό αέρα και δεν κοιμήθηκα καλά.
Last night there was a sudden strong wind and I didn’t sleep well.
Δύσκολα κοιμάμαι όταν έχω άγχος.
I hardly sleep when I have stress.
Σήμερα νιώθω άσχημα, γιατί δεν κοιμήθηκα καλά.
Today I feel bad, because I didn't sleep well.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now