| Question | Answer |
|---|---|
for | εδώ και |
the year | ο χρόνος |
the level | το επίπεδο |
I have been learning Greek for two years and my level is better now. | Μαθαίνω ελληνικά εδώ και δύο χρόνια και το επίπεδό μου είναι καλύτερο τώρα. |
the language | η γλώσσα |
three | τρία |
I have three books in the living room. | Έχω τρία βιβλία στο σαλόνι. |
that is | δηλαδή |
in Spanish | ισπανικά |
Do you speak Spanish or Greek with your (female) friend? | Μιλάς ισπανικά ή ελληνικά με τη φίλη σου; |
My friend (female) has been learning another language for three years, that is Spanish. | Η φίλη μου μαθαίνει άλλη γλώσσα εδώ και τρία χρόνια, δηλαδή ισπανικά. |
the male professor | ο καθηγητής |
the female professor | η καθηγήτρια |
The professor (male) and the professor (female) at the university say that your language is at a good level. | Ο καθηγητής και η καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο λένε ότι η γλώσσα σου είναι σε καλό επίπεδο. |
patient | υπομονετικός |
everything | τα πάντα |
My professor (female) at the university is the most patient and explains everything slowly. | Η καθηγήτριά μου στο πανεπιστήμιο είναι η πιο υπομονετική και εξηγεί τα πάντα αργά. |
the male student | ο φοιτητής |
the female student | η φοιτήτρια |
the area | η περιοχή |
they | αυτοί |
They are ready now. | Αυτοί είναι έτοιμοι τώρα. |
The male student and the female student from my area are also learning Greek. | Ο φοιτητής και η φοιτήτρια από την περιοχή μου μαθαίνουν κι αυτοί ελληνικά. |
the people | ο κόσμος |
the tree | το δέντρο |
In this area many people live, but in the evening it is quiet and in front of my house there is a big tree. | Στην περιοχή αυτή μένει πολύς κόσμος, αλλά το βράδυ είναι ήσυχα και μπροστά από το σπίτι μου έχει ένα μεγάλο δέντρο. |
uncomfortable | άβολος |
the chair | η καρέκλα |
At the university people sit on uncomfortable chairs all day. | Στο πανεπιστήμιο ο κόσμος κάθεται σε άβολες καρέκλες όλη μέρα. |
the wall | ο τοίχος |
comfortable | άνετος |
The chair next to the wall is the most comfortable, but someone is already sitting there. | Η καρέκλα δίπλα στον τοίχο είναι η πιο άνετη, αλλά κάποιος κάθεται ήδη εκεί. |
it | του |
the lamp | η λάμπα |
In the living room of my house the wall is blue and on it there is a lamp. | Στο σαλόνι του σπιτιού μου ο τοίχος είναι μπλε και πάνω του είναι μια λάμπα. |
to light up | φωτίζω |
The light in the living room lights up the green table. | Το φως στο σαλόνι φωτίζει το πράσινο τραπέζι. |
whole | όλος |
Today I am at home all day. | Σήμερα είμαι στο σπίτι όλη τη μέρα. |
The lamp in the office is the strongest and lights up the whole room. | Η λάμπα στο γραφείο είναι η πιο δυνατή και φωτίζει όλο το δωμάτιο. |
the pants | το παντελόνι |
the top | η μπλούζα |
Today I am wearing comfortable pants and a top, but I am sitting on an uncomfortable chair. | Σήμερα φοράω άνετο παντελόνι και μπλούζα, αλλά κάθομαι σε άβολη καρέκλα. |
the dress | το φόρεμα |
the shoe | το παπούτσι |
At the party my friend (female) wore a red dress and black shoes. | Στο πάρτι η φίλη μου φόρεσε κόκκινο φόρεμα και μαύρα παπούτσια. |
at all | καθόλου |
I don’t have any good shoes for the mountain, only for the city. | Δεν έχω καθόλου καλά παπούτσια για το βουνό, μόνο για την πόλη. |
to match | ταιριάζω |
This green table matches the blue sofa. | Αυτό το πράσινο τραπέζι ταιριάζει με τον μπλε καναπέ. |
Your blue pants are the nicest, but my green top doesn’t match and her dress is very simple. | Το μπλε παντελόνι σου είναι το πιο ωραίο, αλλά η πράσινη μπλούζα μου δεν ταιριάζει και το φόρεμά της είναι πολύ απλό. |
tall | ψηλός |
me | εμένα |
My grandmother loves me and my sister. | Η γιαγιά μου αγαπάει εμένα και την αδερφή μου. |
short | κοντός |
the family | η οικογένεια |
My family lives in another city. | Η οικογένειά μου μένει σε άλλη πόλη. |
My sister is taller than me, but my brother is the shortest in the family. | Η αδερφή μου είναι πιο ψηλή από εμένα, αλλά ο αδερφός μου είναι ο πιο κοντός στην οικογένεια. |
next to | δίπλα |
Today I am sitting next to my friend at the university. | Σήμερα κάθομαι δίπλα στη φίλη μου στο πανεπιστήμιο. |
This tree is the tallest in the park and behind it there is a small wall and next to it a short tree. | Αυτό το δέντρο είναι το πιο ψηλό στο πάρκο και πίσω του υπάρχει ένας μικρός τοίχος και δίπλα του ένα κοντό δέντρο. |
at least | τουλάχιστον |
My new manager is not strict at all, at least with me. | Ο νέος μου διευθυντής δεν είναι καθόλου αυστηρός, τουλάχιστον μαζί μου. |
all | όλος |
Everyone at the office is tired today. | Όλος ο κόσμος στο γραφείο είναι κουρασμένος σήμερα. |
At least today not everyone at the office is stressed. | Τουλάχιστον σήμερα δεν έχει άγχος όλος ο κόσμος στο γραφείο. |
the mobile phone | το κινητό |
the video | το βίντεο |
When the internet on my mobile phone doesn’t work, I watch videos on the computer. | Όταν δεν δουλεύει το ίντερνετ στο κινητό μου, βλέπω βίντεο στον υπολογιστή. |
I often send videos to my friend (female), but on her mobile there is no internet at all. | Στέλνω συχνά βίντεο στη φίλη μου, αλλά στο κινητό της δεν έχει καθόλου ίντερνετ. |
the solution | η λύση |
The male student and the female student ask the professor if this solution is the simplest. | Ο φοιτητής και η φοιτήτρια ρωτάνε τον καθηγητή αν αυτή η λύση είναι η πιο απλή. |
The professor (female) writes another solution in our notebook because the first one was difficult. | Η καθηγήτρια γράφει μια άλλη λύση στο τετράδιό μας, γιατί η πρώτη ήταν δύσκολη. |
the schedule | το ωράριο |
strange | περίεργος |
At our university the class schedule is the strangest in the city. | Στο πανεπιστήμιό μας το ωράριο των μαθημάτων είναι το πιο περίεργο στην πόλη. |
I don’t understand the schedule, it is a bit strange, that is, I don’t know when each class finishes. | Δεν καταλαβαίνω το ωράριο, είναι λίγο περίεργο, δηλαδή δεν ξέρω πότε τελειώνει κάθε μάθημα. |
the second | το δευτερόλεπτο |
so | οπότε |
I am tired, so I relax in the living room. | Είμαι κουρασμένος, οπότε χαλαρώνω στο σαλόνι. |
In a few seconds the bus leaves, so get in now. | Σε λίγα δευτερόλεπτα το λεωφορείο φεύγει, οπότε μπες μέσα τώρα. |
Every second that I lose on the internet is time when I am not studying language. | Κάθε δευτερόλεπτο που χάνω στο ίντερνετ είναι χρόνος που δεν διαβάζω γλώσσα. |
instead of | αντί για |
Instead of tea I drink only water in the evening. | Αντί για τσάι πίνω μόνο νερό το βράδυ. |
to study | διαβάζω |
Now I am reading Greek in the library. | Τώρα διαβάζω ελληνικά στη βιβλιοθήκη. |
Instead of coffee I drink tea when I study, because coffee makes me nervous. | Αντί για καφέ πίνω τσάι όταν διαβάζω, γιατί ο καφές με κάνει νευρικό. |
instead of | αντί να |
Instead of going to the gym, I take a walk in the park. | Αντί να πάω στο γυμναστήριο, κάνω βόλτα στο πάρκο. |
in Greek | στα ελληνικά |
This book is in Greek. | Αυτό το βιβλίο είναι στα ελληνικά. |
Instead of watching another series, I will continue the book in Greek, because it is the most interesting story. | Αντί να δω άλλη σειρά, θα συνεχίσω το βιβλίο στα ελληνικά, γιατί είναι η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. |
to take a step | κάνω βήμα |
Today I take a small step for my dream. | Σήμερα κάνω ένα μικρό βήμα για το όνειρό μου. |
I know that the road to my dream is long, but every day I take at least one small step. | Ξέρω ότι ο δρόμος μέχρι το όνειρό μου είναι μακρύς, αλλά κάθε μέρα κάνω τουλάχιστον ένα μικρό βήμα. |
the step | το βήμα |
Every step is important for my dream. | Κάθε βήμα είναι σημαντικό για το όνειρό μου. |
right | σωστός |
This road is right. | Αυτός ο δρόμος είναι σωστός. |
to ask | ζητάω |
Now I am asking for help because I don't understand. | Τώρα ζητάω βοήθεια, γιατί δεν καταλαβαίνω. |
The professor (female) says that every mistake is one step closer to the right solution and asks us to be patient. | Η καθηγήτρια λέει ότι κάθε λάθος είναι ένα βήμα πιο κοντά στη σωστή λύση και μας ζητάει να είμαστε υπομονετικοί. |
no one | κανείς |
No one is here now. | Κανείς δεν είναι εδώ τώρα. |
No one knows everything. | Κανείς δεν ξέρει τα πάντα. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io