| Question | Answer |
|---|---|
| the son | ο γιος |
| lively | ζωηρός |
| the daughter | η κόρη |
| well-behaved | φρόνιμος |
| My friend’s son is very lively, but her daughter is more well-behaved. | Ο γιος της φίλης μου είναι πολύ ζωηρός, αλλά η κόρη της είναι πιο φρόνιμη. |
| to resemble | μοιάζω |
| My friend says that her son looks a lot like his dad. | Η φίλη μου λέει ότι ο γιος της μοιάζει πολύ στον μπαμπά του. |
| Your son looks a lot like you, while your daughter looks more like her dad. | Ο γιος σου μοιάζει πολύ σε εσένα, ενώ η κόρη σου μοιάζει περισσότερο στον μπαμπά της. |
| curly | σγουρός |
| straight | ίσιος |
| Her daughter has curly hair, but her son has straight hair. | Η κόρη της έχει σγουρά μαλλιά, αλλά ο γιος της έχει ίσια μαλλιά. |
| the little boy | ο μικρός |
| blond | ξανθός |
| dark-haired | μελαχρινός |
| The little boy is blond, while his sister is dark-haired. | Ο μικρός είναι ξανθός, ενώ η αδερφή του είναι μελαχρινή. |
| the mother-in-law | η πεθερά |
| the father-in-law | ο πεθερός |
| My mother-in-law lives near us and my father-in-law often comes for coffee. | Η πεθερά μου μένει κοντά μας και ο πεθερός μου έρχεται συχνά για καφέ. |
| Yesterday my mother-in-law cooked for everyone and my father-in-law brought dessert. | Χτες η πεθερά μου μαγείρεψε για όλους και ο πεθερός μου έφερε γλυκό. |
| I hadn’t seen my mother-in-law since January, because she had been staying in the village. | Είχα να δω την πεθερά μου από τον Ιανουάριο, γιατί έμενε στο χωριό. |
| the time | ο καιρός |
| I don't have time for coffee now, I'm going to work. | Δεν έχω καιρό για καφέ τώρα, πάω στη δουλειά. |
| Had you gone a long time without talking to your father-in-law, or do you see him often? | Είχες να μιλήσεις με τον πεθερό σου πολύ καιρό ή τον βλέπεις συχνά; |
| the godmother | η νονά |
| the godfather | ο νονός |
| The child’s godmother lives in the city, but his godfather lives in another village. | Η νονά του παιδιού μένει στην πόλη, αλλά ο νονός του μένει σε άλλο χωριό. |
| the baptism | η βάφτιση |
| In May we will have their daughter’s baptism in a small church. | Τον Μάιο θα κάνουμε τη βάφτιση της κόρης τους σε μια μικρή εκκλησία. |
| Only a few relatives will come to the baptism, because they do not want a big celebration. | Στη βάφτιση θα έρθουν λίγοι συγγενείς, γιατί δεν θέλουν μεγάλη γιορτή. |
| to baptize | βαφτίζω |
| The godfather said that he wants to baptize the child in the morning and then for all of us to go eat. | Ο νονός είπε ότι θέλει να βαφτίσει το παιδί το πρωί και μετά να πάμε όλοι για φαγητό. |
| The godmother asked exactly when they will baptize the baby, so that she can arrange her trip. | Η νονά ρώτησε πότε ακριβώς θα βαφτίσουν το μωρό, για να κανονίσει το ταξίδι της. |
| the godchild | το βαφτιστήρι |
| My godchild is still little, but already laughs when hearing music. | Το βαφτιστήρι μου είναι ακόμα μικρό, αλλά ήδη γελάει όταν ακούει μουσική. |
| to whine | γκρινιάζω |
| My friend said that her godchild gets whiny when sleepy. | Η φίλη μου είπε ότι το βαφτιστήρι της γκρινιάζει όταν νυστάζει. |
| impatient | ανυπόμονος |
| When the little boy is impatient, he starts whining before the meal. | Όταν ο μικρός είναι ανυπόμονος, αρχίζει να γκρινιάζει πριν από το φαγητό. |
| Don’t whine so much; if you are a little more well-behaved, we will go to the park afterward. | Μην γκρινιάζεις τόσο· αν είσαι λίγο πιο φρόνιμος, θα πάμε στο πάρκο μετά. |
| to behave | φέρομαι |
| The teacher said that the child is lively in class, but behaves well toward others. | Η δασκάλα είπε ότι το παιδί είναι ζωηρό στην τάξη, αλλά φέρεται καλά στους άλλους. |
| If the child behaves calmly, everyone says that he is very well-behaved. | Αν το παιδί φέρεται ήρεμα, όλοι λένε ότι είναι πολύ φρόνιμο. |
| to be at fault | φταίω |
| It isn’t your fault that you were late; there was a lot of traffic on the avenue. | Δεν φταις εσύ που άργησες· είχε πολλή κίνηση στη λεωφόρο. |
| If it is my fault, I will apologize immediately. | Αν φταίω εγώ, θα ζητήσω συγγνώμη αμέσως. |
| My sister is dark-haired and has straight hair, while I am blond and have curly hair. | Η αδερφή μου είναι μελαχρινή και έχει ίσια μαλλιά, ενώ εγώ είμαι ξανθός και έχω σγουρά. |
| to look like | μοιάζω σε |
| Her granddaughter looks like her grandmother when she smiles. | Η εγγονή της μοιάζει στη γιαγιά της όταν χαμογελάει. |
| I think the child looks like his mother when he smiles, but like his father when he gets angry. | Νομίζω ότι το παιδί μοιάζει στη μαμά του όταν χαμογελάει, αλλά στον μπαμπά του όταν θυμώνει. |
| all the time | συνέχεια |
| The dog barks all the time when he hears the intercom. | Ο σκύλος γαβγίζει συνέχεια όταν ακούει το θυροτηλέφωνο. |
| We hadn’t seen their son for many months, and now he talks more and laughs all the time. | Είχαμε να δούμε τον γιο τους πολλούς μήνες, και τώρα μιλάει περισσότερο και γελάει συνέχεια. |
| I hadn’t been to a baptism since my cousin was little. | Είχα να πάω σε βάφτιση από τότε που ήταν μικρή η ξαδέρφη μου. |
| My mother-in-law says that her son was very lively when he was little, but now he is calmer. | Η πεθερά μου λέει ότι ο γιος της ήταν πολύ ζωηρός μικρός, αλλά τώρα είναι πιο ήρεμος. |
| Her father-in-law says that when he was a child, he was well-behaved in class but impatient at home. | Ο πεθερός της λέει ότι όταν ήταν παιδί, ήταν φρόνιμος στην τάξη αλλά ανυπόμονος στο σπίτι. |
| The godmother and godfather want their godchild to be calm at the baptism, but everyone knows that he is very lively. | Η νονά και ο νονός θέλουν το βαφτιστήρι τους να είναι ήρεμο στη βάφτιση, αλλά όλοι ξέρουν ότι είναι πολύ ζωηρό. |
| so | έτσι |
| The bus was late, so I went by metro. | Το λεωφορείο άργησε, έτσι πήγα με το μετρό. |
| to look | μοιάζω |
| old | μεγάλος |
| I am not as old as my grandfather. | Δεν είμαι τόσο μεγάλος όσο ο παππούς μου. |
| You hadn’t seen their daughter since last year, right? Now she looks older and behaves more calmly. | Είχες να δεις την κόρη τους από πέρσι, έτσι δεν είναι; Τώρα μοιάζει πιο μεγάλη και φέρεται πιο ήρεμα. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io