| Question | Answer |
|---|---|
last | τελευταίος |
The last week of March is always quiet. | Η τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου είναι πάντα ήσυχη. |
At the last meeting I spoke more Greek. | Στην τελευταία συνάντηση μίλησα περισσότερο ελληνικά. |
the explanation | η εξήγηση |
so that | ώστε να |
The teacher gives a simple explanation so that we all understand the new rule. | Η δασκάλα κάνει μια απλή εξήγηση ώστε να καταλάβουμε όλοι τον νέο κανόνα. |
I wake up early so that I have time to rest in the evening. | Ξυπνάω νωρίς ώστε να έχω χρόνο για ξεκούραση το βράδυ. |
I write notes so that I remember the details. | Γράφω σημειώσεις ώστε να θυμάμαι τις λεπτομέρειες. |
to make | φτιάχνω |
Today I make coffee at home and I’m not going out. | Σήμερα φτιάχνω καφέ στο σπίτι και δεν πάω έξω. |
to rest | ξεκουράζομαι |
This afternoon I rest in the living room. | Σήμερα το απόγευμα ξεκουράζομαι στο σαλόνι. |
My friend makes a simple dinner by himself so that his mom can rest. | Ο φίλος μου φτιάχνει μόνος του απλό βραδινό ώστε να ξεκουραστεί η μαμά του. |
really | πραγματικά |
Today I am really tired, but I continue the lesson. | Σήμερα είμαι πραγματικά κουρασμένος, αλλά συνεχίζω το μάθημα. |
My friend (female) is really happy with the new grade. | Η φίλη μου είναι πραγματικά χαρούμενη με τον νέο βαθμό. |
the group of friends | η παρέα |
I have a good time with my group of friends. | Περνάω καλά με την παρέα μου. |
I like going to the cinema with a small group of friends, not with many people. | Μου αρέσει να πηγαίνω σινεμά με μικρή παρέα, όχι με πολύ κόσμο. |
the radio | το ραδιόφωνο |
the program | η εκπομπή |
This show on the radio is very interesting. | Αυτή η εκπομπή στο ραδιόφωνο είναι πολύ ενδιαφέρουσα. |
On the radio I listen to an interesting program about health. | Στο ραδιόφωνο ακούω μια ενδιαφέρουσα εκπομπή για την υγεία. |
When I drive, I prefer to listen to the radio instead of looking at my phone. | Όταν οδηγώ, προτιμώ να ακούω ραδιόφωνο αντί να κοιτάω το κινητό. |
the middle | η μέση |
My back hurts a lot today. | Η μέση μου πονάει πολύ σήμερα. |
loud | δυνατός |
The coffee today is very strong, but I like it. | Ο καφές σήμερα είναι πολύ δυνατός, αλλά μου αρέσει. |
the advertisement | η διαφήμιση |
I don’t like it when the advertisement is very loud on the radio. | Δεν μου αρέσει όταν η διαφήμιση είναι πολύ δυνατή στο ραδιόφωνο. |
In the middle of the movie there is always a loud advertisement on the internet. | Στη μέση της ταινίας μπαίνει πάντα μια δυνατή διαφήμιση στο ίντερνετ. |
I don’t like the long advertisements during my favorite show. | Δεν μου αρέσουν οι μεγάλες διαφημίσεις στην αγαπημένη μου εκπομπή. |
to take a shower | κάνω ντους |
Tonight I take a shower and then I relax in the living room. | Σήμερα το βράδυ κάνω ντους και μετά χαλαρώνω στο σαλόνι. |
quick | γρήγορος |
My dog is very fast. | Ο σκύλος μου είναι πολύ γρήγορος. |
In the morning I take a quick shower before work. | Το πρωί κάνω γρήγορο ντους πριν από τη δουλειά. |
the shower | το ντους |
Before the shower I wash my hands with soap. | Πριν το ντους πλένω τα χέρια μου με σαπούνι. |
After the shower I dry myself with a clean towel in the bathroom. | Μετά το ντους σκουπίζομαι με καθαρή πετσέτα στο μπάνιο. |
the hair salon | το κομμωτήριο |
On Saturday I have an appointment at a small hair salon in the neighborhood. | Το Σάββατο έχω ραντεβού σε ένα μικρό κομμωτήριο στη γειτονιά. |
the haircut | το κούρεμα |
My cousin (female) works at a hair salon and does nice haircuts. | Η ξαδέρφη μου δουλεύει σε κομμωτήριο και κάνει ωραία κουρέματα. |
After the haircut I feel very good and I smile. | Μετά το κούρεμα νιώθω πολύ ωραία και χαμογελάω. |
the painting | ο πίνακας |
The painting in the living room is very beautiful. | Ο πίνακας στο σαλόνι είναι πολύ όμορφος. |
above | πάνω από |
The lamp is above the green coffee table. | Η λάμπα είναι πάνω από το πράσινο τραπεζάκι. |
In the living room we have a big painting of the sea above the sofa. | Στο σαλόνι έχουμε έναν μεγάλο πίνακα με τη θάλασσα πάνω από τον καναπέ. |
to sketch | σχεδιάζω |
Before I write a text in Greek, I sketch a small summary so that I know what I will say. | Πριν γράψω κείμενο στα ελληνικά, σχεδιάζω μια μικρή περίληψη ώστε να ξέρω τι θα πω. |
the performance | η παράσταση |
Tonight we are going to a performance at the old theater in the neighborhood. | Απόψε πάμε σε μια παράσταση στο παλιό θέατρο της γειτονιάς. |
empty | άδειος |
the seat | η θέση |
In the morning the bus is almost empty and I always find a seat. | Το πρωί το λεωφορείο είναι σχεδόν άδειο και βρίσκω πάντα θέση. |
full | γεμάτος |
In the afternoon the same bus is full and it is difficult to find a seat. | Το απόγευμα το ίδιο λεωφορείο είναι γεμάτο και είναι δύσκολο να βρω θέση. |
After the performance the restaurant was full and we didn’t find a table. | Μετά την παράσταση το εστιατόριο ήταν γεμάτο και δεν βρήκαμε τραπέζι. |
on weekends | τα σαββατοκύριακα |
On weekends I watch a movie at home. | Τα σαββατοκύριακα βλέπω ταινία στο σπίτι. |
The office is empty on weekends and I can work in peace. | Το γραφείο είναι άδειο τα Σαββατοκύριακα και μπορώ να δουλεύω με ησυχία. |
careless | απρόσεκτος |
The driver was careless and didn’t see the pedestrian at the crosswalk. | Ο οδηγός ήταν απρόσεκτος και δεν είδε τον πεζό στη διάβαση. |
I try not to be careless when I type my password on the internet. | Προσπαθώ να μην είμαι απρόσεκτος όταν γράφω τον κωδικό μου στο ίντερνετ. |
to treat | κερνάω |
If you want, I’m treating you to a dessert after the meal. | Αν θες, σε κερνάω γλυκό μετά το φαγητό. |
Today I’m treating you to coffee, because you got a good grade. | Σήμερα σε κερνάω καφέ, γιατί πήρες καλό βαθμό. |
greatest | μεγαλύτερος |
bigger | μεγαλύτερος |
My brother is older than me. | Ο αδερφός μου είναι μεγαλύτερος από εμένα. |
the happiness | η ευτυχία |
For my mom the greatest happiness is to see her children healthy. | Για τη μαμά μου η μεγαλύτερη ευτυχία είναι να βλέπει τα παιδιά της υγιή. |
every time | κάθε φορά |
Every time I speak Greek, I feel happy. | Κάθε φορά που μιλάω ελληνικά, νιώθω χαρούμενος. |
I feel a small happiness every time I understand a difficult Greek sentence. | Νιώθω μικρή ευτυχία κάθε φορά που καταλαβαίνω μια δύσκολη ελληνική πρόταση. |
enough | αρκετά |
Today I am quite tired, but I continue the lesson. | Σήμερα είμαι αρκετά κουρασμένος, αλλά συνεχίζω το μάθημα. |
The explanation in the book is not clear enough, so I ask the teacher. | Η εξήγηση στο βιβλίο δεν είναι αρκετά ξεκάθαρη, γι’ αυτό ρωτάω τη δασκάλα. |
August | ο Αύγουστος |
August is quiet at work. | Ο Αύγουστος είναι ήσυχος στη δουλειά. |
I am planning my trip to Greece for August. | Σχεδιάζω το ταξίδι μου στην Ελλάδα για τον Αύγουστο. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io