νιώθω

Usages of νιώθω

Το χέρι της πονάει και το πόδι της είναι κουρασμένο, αλλά νιώθει δυνατή.
Her arm hurts and her leg is tired, but she feels strong.
Όταν νιώθω άρρωστος, δεν πηγαίνω στο γραφείο.
When I feel sick (male), I don't go to the office.
Αν κάναμε πιο πολλή άσκηση, θα νιώθαμε πιο δυνατοί.
If we did more exercise, we would feel stronger.
Πριν από τη συνάντηση νιώθω λίγο νευρικός, αλλά μετά είμαι ήρεμος.
Before the meeting I feel a bit nervous (male), but afterwards I am calm.
Αφού μίλησα με τη μαμά μου, ένιωσα καλύτερα, παρόλο που το πρόβλημα δεν είχε φύγει.
After I talked with my mom, I felt better, even though the problem had not gone away.
Όταν φροντίζω τον εαυτό μου, νιώθω λιγότερη ανησυχία για το μέλλον.
When I take care of myself, I feel less worry about the future.
Την προηγούμενη χρονιά ήμουν πολύ απογοητευμένος, αλλά τώρα νιώθω δυνατός.
The previous year I was very disappointed, but now I feel strong.
Νιώθω πολύ τυχερός που έχω τόσο υπομονετική δασκάλα.
I feel very lucky (male) that I have such a patient teacher (female).
Η φίλη μου νιώθει καλύτερα όταν την παίρνω αγκαλιά μετά από μια δύσκολη μέρα.
My (female) friend feels better when I hug her after a difficult day.
Διαβάζω το σημείωμα και τότε νιώθω πιο ήρεμος.
I read the note and then I feel calmer.
Είμαι ακόμα αρχάριος στα ελληνικά, αλλά νιώθω ότι προχωράω.
I am still a beginner in Greek, but I feel that I am making progress.
Νιώθω περηφάνια όταν καταλαβαίνω κείμενα που πριν ήταν πολύ δύσκολα.
I feel pride when I understand texts that used to be very difficult.
Οι γονείς μου νιώθουν μεγάλη περηφάνια για τα ελληνικά μου.
My parents feel great pride in my Greek.
Η συζήτηση για το μέλλον μας βοηθάει να νιώθουμε πιο ήρεμοι.
The discussion about the future helps us feel calmer.
Μετά το κούρεμα νιώθω πολύ ωραία και χαμογελάω.
After the haircut I feel very good and I smile.
Νιώθω μικρή ευτυχία κάθε φορά που καταλαβαίνω μια δύσκολη ελληνική πρόταση.
I feel a small happiness every time I understand a difficult Greek sentence.
Κάθε φορά που μιλάω ελληνικά, νιώθω χαρούμενος.
Every time I speak Greek, I feel happy.
Κάθε Σάββατο η πλατεία είναι τόσο ζωντανή που νιώθω σαν να είμαι σε νησί στις διακοπές.
Every Saturday the square is so lively that I feel as if I am on an island on vacation.
Όταν περπατάω σε ήσυχο χωριό χωρίς κίνηση, νιώθω σαν να είμαι σε άλλο κόσμο, γιατί δεν είμαι συνηθισμένος σε τόση ησυχία.
When I walk in a quiet village without traffic, I feel as if I am in another world, because I am not used to so much quiet.
Η συνάντησή μας ήταν απλά τυχαία, αλλά ένιωσα σαν να τον ήξερα από παλιά.
Our meeting was simply random, but I felt as if I knew him from long ago.
Όταν βλέπω πόσο έχω προχωρήσει στα ελληνικά, νιώθω ζωντανός και χαρούμενος, σαν να ανοίγει μια καινούρια γέφυρα προς την Ελλάδα.
When I see how much I have progressed in Greek, I feel alive and happy, as if a new bridge toward Greece is opening.
Το βράδυ στην πλατεία νιώθω πιο ζωντανός από το πρωί.
At night in the square I feel more alive than in the morning.
Με τη μουσική στο πάρτι νιώθω πολύ ζωντανός.
With the music at the party I feel very alive.
Όταν έχει πολλά αστέρια, νιώθω πιο ήρεμος στο πάρκο.
When there are many stars, I feel calmer in the park.
Από τότε που πήγα πρώτη φορά σε παράσταση στο θέατρο, νιώθω κοντά στους θεατές και στους ηθοποιούς.
Since I went to a performance at the theatre for the first time, I feel close to the spectators and the actors.
Από το μπαλκόνι βλέπω τον κήπο και νιώθω πιο χαλαρός.
From the balcony I see the garden and I feel more relaxed.
Πριν να αρχίσει η παρουσίαση, σημειώνω δύο βασικά σημεία στο χαρτί μου ώστε να νιώθω χαλαρός.
Before the presentation starts, I jot down two main points on my paper so that I feel relaxed.
Όταν ζεσταίνομαι μετά τη βόλτα δίπλα στο ποτάμι ή στη λίμνη, πίνω νερό στο μπαλκόνι και νιώθω υπέροχα.
When I get hot after the walk by the river or the lake, I drink water on the balcony and I feel wonderful.
Σήμερα νιώθω υπέροχα στο πάρκο.
Today I feel wonderful at the park.
Η διάρκεια του μαθήματος σήμερα ήταν μία ώρα, αλλά ένιωσα ότι πέρασε πολύ γρήγορα.
The duration of the lesson today was one hour, but I felt that it passed very quickly.
Στην αρχή του μαθήματος νιώθω μπερδεμένος με τους νέους κανόνες.
At the beginning of the lesson I feel confused with the new rules.
Ο σκοπός αυτής της συμφωνίας είναι να νιώθουμε πιο άνετοι στη γλώσσα.
The purpose of this agreement is for us to feel more comfortable in the language.
Με αυτόν τον σταθερό ρυθμό νιώθω ότι η εξέλιξή μου είναι σίγουρη.
With this steady rhythm I feel that my progress is certain.
Η φίλη μου νιώθει κλεισμένη στο μικρό της διαμέρισμα και θέλει βόλτα στην πλατεία.
My friend (female) feels shut in her small apartment and wants a walk in the square.
Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με αυτή τη γλώσσα, γιατί με βοηθάει να νιώθω πιο κοντά στην Ελλάδα.
I have a special relationship with this language because it helps me feel closer to Greece.
Νιώθω πολύ ευγνώμων για τη στήριξη που μου δίνουν οι φίλοι μου.
I feel very grateful for the support my friends give me.
Η φίλη μου λέει ότι είναι ευγνώμων όταν νιώθει στήριξη από την οικογένειά της.
My friend says that she is grateful when she feels support from her family.
Στο ομαδικό μάθημα νιώθω ότι η στήριξη της τάξης κάνει την εξάσκηση πιο ευχάριστη.
In the group class I feel that the support of the class makes the practice more pleasant.
Νιώθω μεγάλη χαρά όταν μιλάω ελληνικά με τη φίλη μου.
I feel great joy when I speak Greek with my friend (female).
Η περιγραφή σου ήταν τόσο καλή που ένιωσα σαν να ήμουν εκεί.
Your description was so good that I felt as if I were there.
Η ενσυναίσθηση βοηθάει όταν θέλουμε να καταλάβουμε πραγματικά πώς νιώθει κάποιος άλλος.
Empathy helps when we want to truly understand how someone else feels.
Στο τέλος της μέρας κάθομαι πάνω στο χαλί, κοιτάω τη ντουλάπα μου και νιώθω ότι το δικό μου μικρό δωμάτιο είναι ο πιο ήρεμος χώρος στον κόσμο.
At the end of the day I sit on the carpet, look at my wardrobe and feel that my own small room is the calmest place in the world.
Σήμερα νιώθω πολλή ένταση στη δουλειά και το βράδυ θέλω μόνο να χαλαρώσω στο σαλόνι.
Today I feel a lot of tension at work and in the evening I just want to relax in the living room.
Στην αρχή νιώθω λίγο αγχωμένος, αλλά μετά χαλαρώνω.
At the beginning I feel a bit stressed, but then I relax.
Δεν σπρώχνω ποτέ το καρότσι γρήγορα, γιατί θέλω το μωρό να νιώθει ασφαλές.
I never push the stroller fast, because I want the baby to feel safe.
Στον δροσερό δημόσιο κήπο της πόλης νιώθω πιο ασφαλής από ό,τι στον κεντρικό δρόμο.
In the cool public garden of the city I feel safer than on the main road.
Νιώθω πιο ασφαλής όταν ξέρω ότι υπάρχει φύλακας στην παιδική χαρά και ότι τα παιδιά δεν πλησιάζουν τον δρόμο.
I feel safer when I know there is a guard at the playground and that the children don’t go near the road.
Σιγά σιγά νιώθω πιο άνετα στα ελληνικά.
Slowly slowly I feel more comfortable in Greek.
Όταν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα, νιώθαμε ότι η ώρα δεν είχε διαρκέσει πολύ.
When the bell rang for break, we felt that the time had not lasted long.
Νιώθω περήφανος για τα ελληνικά μου σήμερα.
I feel proud of my Greek today.
Νιώθω λίγο ανασφαλής, γιατί δεν ξέρω αν το επίπεδο των ελληνικών μου είναι αρκετό.
I feel a bit insecure, because I don’t know if my level of Greek is enough.
Όταν κερδίζω, νιώθω μεγάλη χαρά.
When I win, I feel great joy.
Όπως κι αν νιώθω, συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα.
However I feel, I keep reading Greek every day.
Όταν πηγαίνω σε άλλη χώρα, νιώθω ξένος στην αρχή.
When I go to another country, I feel like a stranger at first.
Στην αρχή όλοι οι ξένοι φοιτητές νιώθουν λίγο χαμένοι.
At first all foreign students feel a bit lost.
Όταν μιλάω ελληνικά χωρίς λεξικό, νιώθω περισσότερη αυτοπεποίθηση.
When I speak Greek without a dictionary, I feel more self-confidence.
Προσπαθώ να ακούω τις παρατηρήσεις της χωρίς να νιώθω άσχημα.
I try to listen to her remarks without feeling bad.
Στο δάσος νιώθω χαμένος όταν δεν έχω χάρτη.
In the forest I feel lost when I don't have a map.
Σήμερα νιώθω άσχημα, γιατί δεν κοιμήθηκα καλά.
Today I feel bad, because I didn't sleep well.
Νιώθω ήρεμος είτε στο σπίτι είτε στο πάρκο.
I feel calm either at home or at the park.
Νιώθω αυτοπεποίθηση όταν η δασκάλα με στηρίζει στην τάξη.
I feel confidence when the teacher supports me in class.
Μέσα από τον εθελοντισμό και τη συμμετοχή σε κάθε εκδήλωση νιώθω ότι ανήκω περισσότερο σε αυτή την πόλη.
Through volunteering and participation in each event I feel that I belong more to this city.
Η φίλη μου έχει να γράψει άρθρο στα ελληνικά από πέρσι, γι’ αυτό νιώθει λίγο ανασφαλής.
My friend hasn’t written an article in Greek since last year, so she feels a bit insecure.
Ως ενήλικες έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα, αλλά αν δεν μένουμε στάσιμοι και νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου, κάθε μικρό βήμα χτίζει την αυτοπεποίθησή μας.
As adults we still have many things to learn, but if we don’t remain stagnant and feel that we belong somewhere, every small step builds our self‑confidence.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now