Usages of καλύτερα
Μαθαίνω ελληνικά γιατί θέλω να μιλάω καλύτερα, και νομίζω ότι βοηθάει.
I am learning Greek because I want to speak better, and I think that it helps.
Προσπαθώ να μιλήσω πιο αργά όταν σε βλέπω, επειδή καταλαβαίνεις καλύτερα.
I try to speak more slowly when I see you, because you understand better.
Αφού μίλησα με τη μαμά μου, ένιωσα καλύτερα, παρόλο που το πρόβλημα δεν είχε φύγει.
After I talked with my mom, I felt better, even though the problem had not gone away.
Προσπαθώ να οργανώνομαι καλύτερα κάθε μέρα στη δουλειά.
I try to be more organized every day at work.
Η αδερφή μου δουλεύει καλύτερα με μουσική· εγώ, αντίθετα, θέλω σιωπή.
My sister works better with music; I, on the contrary, want silence.
Κάθε αποτυχία μου φέρνει μια καινούρια σκέψη για το πώς να διαβάζω καλύτερα.
Every failure brings me a new thought about how to study better.
Η φίλη μου νιώθει καλύτερα όταν την παίρνω αγκαλιά μετά από μια δύσκολη μέρα.
My (female) friend feels better when I hug her after a difficult day.
Πρόσφατα έχω λιγότερο άγχος, γιατί κοιμάμαι καλύτερα.
Recently I have less stress because I sleep better.
Η δασκάλα λέει ότι είναι βεβαίως λογικός στόχος να μιλάμε λίγο καλύτερα κάθε μήνα.
The teacher says that it is of course a reasonable goal for us to speak a bit better every month.
Αυτές οι ασκήσεις είναι καλό παράδειγμα για το πώς μπορούμε να θυμόμαστε καλύτερα τις νέες λέξεις.
These exercises are a good example of how we can remember the new words better.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.