Usages of αγοράζω
Αγοράζω νερό κάθε μέρα από το σούπερ μάρκετ.
I buy water every day from the supermarket.
Χτες αγόρασα καφέ, αλλά σήμερα δεν αγοράζω τίποτα.
Yesterday I bought coffee, but today I am not buying anything.
Η φίλη μου αγόρασε έναν καινούριο καναπέ για το σαλόνι.
My friend (female) bought a new sofa for the living room.
Συχνά δανείζω βιβλία στη φίλη μου όταν αυτή δεν έχει χρήματα να αγοράσει καινούρια.
I often lend books to my friend (female) when she doesn’t have money to buy new ones.
Κι εγώ δανείζομαι από αυτήν περιοδικά, γιατί απλώς δεν θέλω να αγοράζω τόσα πολλά.
And I borrow magazines from her, because I simply don’t want to buy so many.
Αν είχα αγοράσει εισιτήριο, θα είχα πάει χτες στη συναυλία.
If I had bought a ticket, I would have gone to the concert yesterday.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.