ελληνικά

Usages of ελληνικά

Εσύ μιλάς αγγλικά ή ελληνικά;
Do you speak English or Greek?
Εγώ μιλάω λίγο ελληνικά.
I speak a little Greek.
Συγγνώμη, δεν μιλάω καλά ελληνικά.
Sorry, I don't speak Greek well.
Εσείς μιλάτε ελληνικά πολύ καλά.
You speak Greek very well.
Καταλαβαίνω λίγο ελληνικά.
I understand a little Greek.
Δεν ξέρω καλά ελληνικά.
I don't know Greek well.
Αυτή ξέρει ελληνικά πολύ καλά.
She knows Greek very well.
Μαθαίνω ελληνικά γιατί θέλω να μιλάω καλύτερα, και νομίζω ότι βοηθάει.
I am learning Greek because I want to speak better, and I think that it helps.
Όσο μιλάω ελληνικά, τόσο θυμάμαι πιο πολλές λέξεις.
The more I speak Greek, the more words I remember.
Μαθαίνεις εύκολα ελληνικά όταν μιλάς κάθε μέρα.
You learn Greek easily when you speak every day.
Το μεγάλο όνειρό μου είναι να μιλάω καλά ελληνικά στο μέλλον.
My big dream is to speak Greek well in the future.
Μαθαίνω ελληνικά εδώ και δύο χρόνια και το επίπεδό μου είναι καλύτερο τώρα.
I have been learning Greek for two years and my level is better now.
Ο φοιτητής και η φοιτήτρια από την περιοχή μου μαθαίνουν κι αυτοί ελληνικά.
The male student and the female student from my area are also learning Greek.
Μιλάς ισπανικά ή ελληνικά με τη φίλη σου;
Do you speak Spanish or Greek with your (female) friend?
Τώρα διαβάζω ελληνικά στη βιβλιοθήκη.
Now I am reading Greek in the library.
Συνηθίζω να διαβάζω ελληνικά κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.
I usually read Greek every morning before work.
Ντρέπομαι λίγο να μιλήσω ελληνικά μπροστά σε όποιον δεν ξέρω.
I am a bit shy to speak Greek in front of anyone I don't know.
Σήμερα πήρα καλό βαθμό στην εξέταση ελληνικών.
Today I got a good grade in the Greek exam.
Αν είχα αρχίσει την εξάσκηση νωρίτερα, τώρα θα μιλούσα περισσότερο ελληνικά.
If I had started the practice earlier, now I would be speaking more Greek.
Ο στόχος μου είναι να μιλάω καλά ελληνικά στο μέλλον.
My goal is to speak Greek well in the future.
Η τάξη μας είναι μικρή, αλλά όλοι μιλάμε πολύ ελληνικά.
Our class is small, but we all speak a lot of Greek.
Μερικές φορές διστάζω να μιλήσω ελληνικά μπροστά σε πολλούς ανθρώπους.
Sometimes I hesitate to speak Greek in front of many people.
Η δασκάλα μας μιλάει κυρίως ελληνικά, αλλά προσωπικά δεν έχω πρόβλημα.
Our teacher (female) speaks mainly Greek to us, but personally I don’t have a problem.
Αυτή τη χρονιά θέλω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα.
This year I want to read Greek every day.
Σήμερα το απόγευμα κάνω μάθημα ελληνικών στο πανεπιστήμιο.
This afternoon I have a Greek class at the university.
Συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά, ακόμα κι αν είμαι κουρασμένος.
I continue to study Greek, even if I am tired.
Στο φροντιστήριο έχουμε μικρή τάξη και μιλάμε κυρίως ελληνικά.
At the language school we have a small class and we speak mainly Greek.
Ανυπομονώ να πάω ξανά στην Ελλάδα και να μιλήσω ελληνικά με τους φίλους μου.
I can’t wait to go to Greece again and speak Greek with my friends.
Πολλές φορές διαβάζω ελληνικά στο κρεβάτι το βράδυ.
Many times I read Greek in bed in the evening.
Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός και να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου όταν γράφω μικρές ιστορίες στα ελληνικά.
I try to be creative and to use my imagination when I write short stories in Greek.
Ο βασικός μου στόχος είναι να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα.
My main goal is to speak Greek every day.
Ο διάλογος στην τάξη σήμερα είναι στα ελληνικά.
The dialogue in class today is in Greek.
Στην τελευταία συνάντηση μίλησα περισσότερο ελληνικά.
At the last meeting I spoke more Greek.
Κάθε φορά που μιλάω ελληνικά, νιώθω χαρούμενος.
Every time I speak Greek, I feel happy.
Όταν βλέπω πόσο έχω προχωρήσει στα ελληνικά, νιώθω ζωντανός και χαρούμενος, σαν να ανοίγει μια καινούρια γέφυρα προς την Ελλάδα.
When I see how much I have progressed in Greek, I feel alive and happy, as if a new bridge toward Greece is opening.
Μιλάς αρκετά καλά ελληνικά τώρα.
You speak Greek quite well now.
Θέλω ένα νέο βιβλίο στα ελληνικά.
I want a new book in Greek.
Κάθε αρχάριος στα ελληνικά χρειάζεται υπομονή και καθημερινή εξάσκηση.
Every beginner in Greek needs patience and daily practice.
Αυτή η παρουσίαση είναι υπέροχη ευκαιρία να μιλήσω ελληνικά μπροστά σε άλλους.
This presentation is a wonderful opportunity to speak Greek in front of others.
Μερικές φορές ζηλεύω τη φίλη μου γιατί μιλάει ελληνικά πιο γρήγορα από εμένα.
Sometimes I envy my friend because she speaks Greek faster than me.
Δεν ζηλεύω τον φίλο μου, απλώς θέλω να μιλάω ελληνικά τόσο καλά όσο αυτός.
I don’t envy my friend, I just want to speak Greek as well as he does.
Δεν αγχώνομαι τόσο όταν μιλάω ελληνικά με τη φίλη μου.
I don’t get so stressed when I speak Greek with my (female) friend.
Η εξέλιξη στα ελληνικά φαίνεται στο αποτέλεσμα κάθε μικρού ελέγχου.
The progress in Greek appears in the result of each small test.
Με τη φίλη μου κάνουμε μια απλή συμφωνία να μιλάμε μόνο ελληνικά τα Σάββατα.
My friend and I make a simple agreement to speak only Greek on Saturdays.
Φυσικά μπορώ να σε βοηθήσω με τα ελληνικά.
Of course I can help you with Greek.
Ακόμα και όταν είμαι κουρασμένος, διαβάζω λίγο ελληνικά.
Even when I am tired, I read a little Greek.
Εγώ μένω κλεισμένος στο σπίτι και διαβάζω ελληνικά, ενώ η φίλη μου πηγαίνει στην αγορά· ξαφνικά όμως αρχίζει να βρέχει και όλα σταματούν, ενώ κανονικά θα κάναμε μεγάλη βόλτα.
I stay shut in at home and study Greek, while my friend goes to the market; suddenly however it starts to rain and everything stops, whereas normally we would take a long walk.
Ο Έλληνας μιλάει ελληνικά στο σπίτι.
The Greek man speaks Greek at home.
Θέλω να αυξάνω λίγο λίγο τον χρόνο που μιλάω ελληνικά κάθε μέρα.
I want to increase little by little the time I speak Greek every day.
Η σημερινή μέρα είναι ιδιαίτερη, γιατί κλείνω έναν χρόνο που μαθαίνω ελληνικά.
Today is a special day because it’s one year since I started learning Greek.
Θα έπρεπε να θυμάμαι ότι κάθε μικρό βήμα είναι ιδιαίτερα πρακτικό για το μέλλον μου στα ελληνικά.
I should remember that every small step is especially practical for my future in Greek.
Αυτή τη βδομάδα δουλεύω λιγότερο και έχω λίγο χρόνο για ελληνικά.
This week I work less and I have a little time for Greek.
Στην πράξη μαθαίνεις καλύτερα όταν μιλάς ελληνικά με τη φίλη σου.
In practice you learn better when you speak Greek with your friend (female).
Προτιμώ να διαβάζω ελληνικά παρά να βλέπω τηλεόραση.
I prefer to read Greek rather than watch TV.
Ο δάσκαλος μιλάει ελληνικά πολύ αργά στην τάξη.
The teacher speaks Greek very slowly in class.
Βλέπω ότι η προσπάθειά σου στα ελληνικά γίνεται όλο και μεγαλύτερη κάθε μήνα, και αυτό μου δίνει χαρά.
I see that your effort in Greek is getting bigger every month, and that gives me joy.
Κάνω μικρή προσπάθεια κάθε πρωί να μιλάω ελληνικά δυνατά, προκειμένου να συνηθίσω την προφορά.
Every morning I make a small effort to speak Greek out loud, in order to get used to the pronunciation.
Κάθε άτομο στην τάξη μιλάει λίγο ελληνικά.
Each person in the class speaks a little Greek.
Διαβάζω όλο και περισσότερο ελληνικά κάθε βράδυ.
I read more and more Greek every evening.
Νιώθω μεγάλη χαρά όταν μιλάω ελληνικά με τη φίλη μου.
I feel great joy when I speak Greek with my friend (female).
Μακάρι να είχα σήμερα περισσότερο ελεύθερο χρόνο για ελληνικά.
I wish I had more free time for Greek today.
Θεωρούμαι ακόμα αρχάριος στα ελληνικά.
I am still considered a beginner in Greek.
Βάζω τον φορτιστή στην πρίζα και, χάρη σε αυτόν, φορτίζω τη μπαταρία ενώ διαβάζω ελληνικά.
I plug the charger into the socket and, thanks to it, I charge the battery while I read Greek.
Βλέπω ότι μαθαίνω περισσότερα ελληνικά απ' όσο νομίζω, κάθε φορά που περιγράφω απλά πράγματα όπως ένα κατάστημα, μια μπαταρία ή μια μικρή έκπτωση, χάρη σε αυτή την καθημερινή εξάσκηση.
I see that I learn more Greek than I think, every time I describe simple things like a store, a battery, or a small discount, thanks to this daily practice.
Κάποτε φοβόμουν να μιλήσω ελληνικά, αλλά τώρα μιλάω, έστω και με λάθη.
Once I was afraid to speak Greek, but now I speak, even with mistakes.
Κάθομαι πάνω στο χαλί και διαβάζω ελληνικά.
I sit on the carpet and read Greek.
Μέσα στη μέρα βρίσκω λίγο χρόνο για ελληνικά.
During the day I find a little time for Greek.
Θέλω έστω και λίγο χρόνο για ελληνικά σήμερα.
I want at least a little time for Greek today.
Βάζω αγγλικούς υπότιτλους όταν βλέπω ταινία, αλλά στα ελληνικά προτιμώ ελληνικούς υπότιτλους.
I put English subtitles when I watch a movie, but in Greek I prefer Greek subtitles.
Όταν πάω να μιλήσω ελληνικά με τη φίλη μου, στην αρχή διστάζω, αλλά μετά συνεχίζω πιο άνετα.
When I go to speak Greek with my friend, at first I hesitate, but then I continue more comfortably.
Λέω στον εαυτό μου να είμαι γενναίος όταν μιλάω ελληνικά μπροστά στην τάξη.
I tell myself to be brave when I speak Greek in front of the class.
Στο διάλειμμα περπατάμε αργά στον διάδρομο του πανεπιστημίου και μιλάμε ελληνικά.
During the break we walk slowly in the university corridor and speak Greek.
Το βράδυ διαβάζω ελληνικά, εκτός αν είμαι τόσο κουρασμένος που δεν βλέπω καθαρά.
In the evening I read Greek, unless I am so tired that I can’t see clearly.
Προσπαθώ να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα με τη φίλη μου, εκτός αν εκείνη έχει βάρδια και δουλεύει μέχρι αργά.
I try to speak Greek every day with my friend, unless she has a shift and works until late.
Στο γυμνάσιο είχα έναν συμμαθητή και μια συμμαθήτρια που μιλούσαν πάντα ελληνικά ο ένας με τον άλλον.
In middle school I had a male and a female classmate who always spoke Greek with each other.
Σήμερα λέω να μείνω σπίτι· έχω να διαβάσω ελληνικά και ίσως χτυπήσει το κουδούνι για ένα πακέτο.
Today I’m thinking of staying home; I have to study Greek and maybe the doorbell will ring for a package.
Ο καθηγητής μιλάει κυρίως ελληνικά στην τάξη.
The professor mostly speaks Greek in class.
Εκείνος μιλάει ελληνικά πολύ καλά.
That one speaks Greek very well.
Όπως κι αν νιώθω, συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα.
However I feel, I keep reading Greek every day.
Όταν μιλάω ελληνικά χωρίς λεξικό, νιώθω περισσότερη αυτοπεποίθηση.
When I speak Greek without a dictionary, I feel more self-confidence.
Γύρω από το πανεπιστήμιο υπάρχουν καφέ όπου μιλάμε ελληνικά.
Around the university there are cafés where we speak Greek.
Δεν μπορώ να μιλάω ελληνικά και να μεταφράζω συγχρόνως κάθε λέξη στο κεφάλι μου.
I cannot speak Greek and translate every word in my head at the same time.
Κάθε μέρα ο συμφοιτητής μου μιλάει ελληνικά μαζί μου στο φροντιστήριο.
Every day my fellow student (male) speaks Greek with me at the language school.
Θέλω να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα, έστω κι αν είμαι κουρασμένος.
I want to speak Greek every day, even if I am tired.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now