| Question | Answer |
|---|---|
| Tomorrow I want to submit the application, but I’m missing a supporting document. | Αύριο θέλω να υποβάλω την αίτηση, αλλά μου λείπει ένα δικαιολογητικό. |
| At the counter they also asked me for a proof of address together with the second supporting document. | Στο γκισέ μού ζήτησαν και ένα αποδεικτικό διεύθυνσης μαζί με το δεύτερο δικαιολογητικό. |
| My request is still pending, because I didn’t upload the proof correctly. | Το αίτημά μου εκκρεμεί ακόμα, γιατί δεν ανέβασα σωστά το αποδεικτικό. |
| As soon as the approval arrives, the request will no longer be pending. | Μόλις έρθει η έγκριση, το αίτημα δεν θα εκκρεμεί πια. |
| Your ID is expired, so it is no longer considered a valid document. | Η ταυτότητά σου είναι ληγμένη, οπότε δεν θεωρείται πια έγκυρο έγγραφο. |
| Before you go to the office, check whether your passport is still valid and not expired. | Πριν πας στο γραφείο, κοίτα αν το διαβατήριό σου είναι ακόμα έγκυρο και όχι ληγμένο. |
| I’ll stop by another branch tomorrow, because that one closes early. | Θα περάσω αύριο από άλλο υποκατάστημα, γιατί εκείνο κλείνει νωρίς. |
| The employee said that you can’t submit the application again today. | Ο υπάλληλος είπε ότι δεν μπορείς να υποβάλεις ξανά την αίτηση σήμερα. |
| To get approval, you must have all the supporting documents and the correct proof. | Για να πάρεις έγκριση, πρέπει να έχεις όλα τα δικαιολογητικά και το σωστό αποδεικτικό. |
| underneath | κάτω |
| My key is underneath the chair. | Το κλειδί μου είναι κάτω από την καρέκλα. |
| In the shower I put the basin underneath to collect the water when I soap up the dog. | Στη ντουζιέρα βάζω τη λεκάνη κάτω, για να μαζεύω το νερό όταν σαπουνίζω τον σκύλο. |
| I can’t find my razor, but the basin is still next to the sink. | Δεν βρίσκω το ξυράφι μου, αλλά η λεκάνη είναι ακόμα δίπλα στον νεροχύτη. |
| The razor is on the windowsill, next to the towel. | Το ξυράφι είναι πάνω στο περβάζι, δίπλα στην πετσέτα. |
| Every Sunday I polish the bathroom mirror and then open the window a little. | Κάθε Κυριακή γυαλίζω τον καθρέφτη του μπάνιου και μετά ανοίγω λίγο το παράθυρο. |
| crumpled | τσαλακωμένος |
| The little slip of paper is crumpled; do you want another one? | Το χαρτάκι είναι τσαλακωμένο, θέλεις άλλο; |
| If you polish the table well, you immediately see which papers are crumpled. | Αν γυαλίζεις καλά το τραπέζι, βλέπεις αμέσως ποια χαρτιά είναι τσαλακωμένα. |
| the ironing | το σιδέρωμα |
| I don't have time to do the ironing today. | Δεν προλαβαίνω να κάνω το σιδέρωμα σήμερα. |
| Don’t crumple the shirt in the bag, because it will need ironing again. | Μην τσαλακώνεις το πουκάμισο στην τσάντα, γιατί θα χρειαστεί πάλι σιδέρωμα. |
| I soap up my hands well before I touch the wound. | Σαπουνίζω καλά τα χέρια μου πριν αγγίξω την πληγή. |
| The forecast says that tomorrow there will be a heatwave, so I don’t want to go out at noon. | Η πρόγνωση λέει ότι αύριο θα έχει καύσωνα, γι’ αυτό δεν θέλω να βγω το μεσημέρι. |
| Today there is no heatwave, but the humidity is high, even though the forecast said something else. | Σήμερα δεν έχει καύσωνα, αλλά η υγρασία είναι μεγάλη, παρόλο που η πρόγνωση έλεγε κάτι άλλο. |
| With so much humidity I don’t sleep well, even when the weather isn’t very hot. | Με τόση υγρασία δεν κοιμάμαι καλά, ακόμα κι όταν ο καιρός δεν είναι πολύ ζεστός. |
| In the afternoon there is a nice breeze on the balcony, so I drink my coffee there. | Το απόγευμα έχει ωραίο αεράκι στο μπαλκόνι, οπότε πίνω εκεί τον καφέ μου. |
| If there is a little breeze in the evening, I will open the balcony door again. | Αν έχει λίγο αεράκι το βράδυ, θα ανοίξω πάλι την μπαλκονόπορτα. |
| The professor, whose office is next to the library, always speaks very clearly. | Ο καθηγητής, το γραφείο του οποίου είναι δίπλα στη βιβλιοθήκη, μιλάει πάντα πολύ καθαρά. |
| The students, whose names are on the list, have to stop by the office first. | Οι φοιτητές, τα ονόματα των οποίων είναι στη λίστα, πρέπει να περάσουν πρώτα από τη γραμματεία. |
| The colleague, whose email I read yesterday, also sent me the correct file today. | Η συνάδελφος, το email της οποίας διάβασα χτες, μου έστειλε και το σωστό αρχείο σήμερα. |
| whose | του οποίου |
| The neighbor, whose dog barks at night, apologized to me this morning. | Ο γείτονας, ο σκύλος του οποίου γαβγίζει τη νύχτα, μου ζήτησε συγγνώμη σήμερα το πρωί. |
| The house, from whose balcony the sea can be seen, is more beautiful than I expected. | Το σπίτι, από το μπαλκόνι του οποίου φαίνεται η θάλασσα, είναι πιο όμορφο απ’ όσο περίμενα. |
| whose | της οποίας |
| My fellow student, whose apartment is near the university, always comes early. | Η συμφοιτήτριά μου, της οποίας το διαμέρισμα είναι κοντά στο πανεπιστήμιο, έρχεται πάντα νωρίς. |
| The teacher, whose voice always calms me, said that I’m progressing better than I think. | Η δασκάλα, η φωνή της οποίας με ηρεμεί πάντα, είπε ότι προχωράω καλύτερα απ’ όσο νομίζω. |
| My friend has trouble sleeping when she drinks coffee late at night. | Η φίλη μου δυσκολεύεται να κοιμηθεί όταν πίνει καφέ αργά το βράδυ. |
| I always choose the quietest table when I want to study. | Επιλέγω πάντα το πιο ήσυχο τραπέζι όταν θέλω να διαβάσω. |
| My sister often chooses the bus instead of the metro. | Η αδερφή μου επιλέγει συχνά το λεωφορείο αντί για το μετρό. |
| I suppose that you are very tired today. | Υποθέτω ότι είσαι πολύ κουρασμένος σήμερα. |
| I intend to go to the office early tomorrow. | Σκοπεύω να πάω νωρίς στο γραφείο αύριο. |
| Do you intend to stay home this weekend? | Σκοπεύεις να μείνεις σπίτι το Σαββατοκύριακο; |
| I don’t know if it’s worth taking a taxi now. | Δεν ξέρω αν συμφέρει να πάμε με ταξί τώρα. |
| to pay off | συμφέρω |
| It pays off for us to go by train, because the taxi is more expensive. | Μας συμφέρει να πάμε με το τρένο, γιατί το ταξί είναι πιο ακριβό. |
| It will probably pay off for us to buy the tickets today. | Μάλλον μας συμφέρει να αγοράσουμε τα εισιτήρια σήμερα. |
| just | μόνο |
| After work, I just want to go home. | Μετά τη δουλειά θέλω μόνο να πάω σπίτι. |
| the maybe | το ίσως |
| I don't want a "maybe", I want an answer. | Δεν θέλω ένα «ίσως», θέλω μια απάντηση. |
| I want a meaningful answer, not just a “maybe.” | Θέλω μια ουσιαστική απάντηση, όχι μόνο ένα «ίσως». |
| Today I am dealing with a small problem with the internet. | Σήμερα αντιμετωπίζω ένα μικρό πρόβλημα με το ίντερνετ. |
| I get a better result when I study a little every day. | Πετυχαίνω καλύτερο αποτέλεσμα όταν διαβάζω λίγο κάθε μέρα. |
| to run into | πετυχαίνω |
| I often run into my neighbor on the pedestrian street in the afternoon. | Συχνά πετυχαίνω τον γείτονά μου στον πεζόδρομο το απόγευμα. |
| If you run into my friend at the university, tell her to call me. | Αν πετύχεις τη φίλη μου στο πανεπιστήμιο, πες της να με πάρει τηλέφωνο. |
| The doctor is not available now, but she will be after three. | Η γιατρός δεν είναι διαθέσιμη τώρα, αλλά θα είναι μετά τις τρεις. |
| Are you available tomorrow afternoon for coffee? | Είσαι διαθέσιμη αύριο το απόγευμα για καφέ; |
| The new male coworker seems very calm and polite. | Ο καινούριος συνεργάτης φαίνεται πολύ ήρεμος και ευγενικός. |
| the report | η αναφορά |
| Before the meeting, I will read again the report that I wrote yesterday. | Πριν από τη συνάντηση, θα διαβάσω ξανά την αναφορά που έγραψα χτες. |
| My male coworker helped me finish the report. | Ο συνεργάτης μου με βοήθησε να τελειώσω την αναφορά. |
| The female coworker next to me speaks very clearly. | Η συνεργάτιδα δίπλα μου μιλάει πολύ καθαρά. |
| My female coworker is not here today; she is working from home. | Η συνεργάτιδά μου δεν είναι εδώ σήμερα· δουλεύει από το σπίτι. |
| This week I am under a lot of pressure at work. | Αυτή την εβδομάδα είμαι πολύ πιεσμένος στη δουλειά. |
| My friend is a little under pressure these days, but she keeps smiling. | Η φίλη μου είναι λίγο πιεσμένη αυτές τις μέρες, αλλά συνεχίζει να χαμογελάει. |
| I rely a lot on my notes when I revise. | Βασίζομαι πολύ στις σημειώσεις μου όταν κάνω επανάληψη. |
| My sister relies on the map on her phone because she doesn’t know the city well. | Η αδερφή μου βασίζεται στον χάρτη του κινητού της γιατί δεν ξέρει καλά την πόλη. |
| I try to combine work with studying. | Προσπαθώ να συνδυάζω τη δουλειά με το διάβασμα. |
| It is not easy to combine travel and rest. | Δεν είναι εύκολο να συνδυάζεις ταξίδια και ξεκούραση. |
| This yellow dress is very beautiful. | Αυτό το κίτρινο φόρεμα είναι πολύ όμορφο. |
| the yellow | το κίτρινο |
| Yellow suits me better in summer. | Το κίτρινο μου πάει περισσότερο το καλοκαίρι. |
| My friend wore a purple blouse at the party. | Η φίλη μου φόρεσε μωβ μπλούζα στο πάρτι. |
| the purple | το μωβ |
| Purple does not go with everything, but I like it a lot. | Το μωβ δεν ταιριάζει με όλα, αλλά μου αρέσει πολύ. |
| I prefer a striped shirt for work. | Προτιμώ ριγέ πουκάμισο για τη δουλειά. |
| checked | καρό |
| bold | έντονος |
| Yellow is too bold for the office. | Το κίτρινο είναι πολύ έντονο για το γραφείο. |
| My brother bought a checked blazer, but I find it too bold. | Ο αδερφός μου αγόρασε καρό σακάκι, αλλά εγώ το βρίσκω πολύ έντονο. |
| far away | μακριά |
| My grandmother lives very far away from here. | Η γιαγιά μου μένει πολύ μακριά από εδώ. |
| From far away I can easily make out your red car. | Από μακριά ξεχωρίζω εύκολα το κόκκινο αυτοκίνητό σου. |
| to tell apart | ξεχωρίζω |
| In the dark, I can't tell blue from black. | Στο σκοτάδι δεν ξεχωρίζω το μπλε από το μαύρο. |
| I can’t tell this word from the other one when you speak so fast. | Δεν ξεχωρίζω αυτή τη λέξη από την άλλη όταν μιλάς τόσο γρήγορα. |
| I feel relieved when I hear that everything is fine. | Ανακουφίζομαι όταν ακούω ότι όλα είναι καλά. |
| to call | τηλεφωνώ |
| I call my mom when I get home. | Τηλεφωνώ στη μαμά μου όταν γυρίζω σπίτι. |
| My grandmother feels relieved when I call her in the evening. | Η γιαγιά μου ανακουφίζεται όταν της τηλεφωνώ το βράδυ. |
| I want neither a striped nor a checked shirt today; I want something simpler. | Δεν θέλω ούτε ριγέ ούτε καρό πουκάμισο σήμερα· θέλω κάτι πιο απλό. |
| to go with | ταιριάζω |
| I think that the yellow sweatshirt goes with your black sneakers. | Νομίζω ότι το κίτρινο φούτερ ταιριάζει με τα μαύρα αθλητικά σου. |
| the gray | το γκρι |
| I like the gray more than the black. | Το γκρι μου αρέσει περισσότερο από το μαύρο. |
| In the living room, the purple goes with the gray. | Στο σαλόνι το μωβ ταιριάζει με το γκρι. |
| the girl | η κοπέλα |
| the soft drink | το αναψυκτικό |
| The girl at the café brought me a cold soft drink. | Η κοπέλα στο καφέ μου έφερε ένα κρύο αναψυκτικό. |
| the boy | το αγόρι |
| the ice cube | το παγάκι |
| The boy wants two ice cubes in his water. | Το αγόρι θέλει δύο παγάκια στο νερό του. |
| the girl | το κορίτσι |
| the vanilla | η βανίλια |
| The girl is eating vanilla ice cream in the park. | Το κορίτσι τρώει παγωτό βανίλια στο πάρκο. |
| The girl next to me says that this soft drink is very sweet. | Η κοπέλα δίπλα μου λέει ότι αυτό το αναψυκτικό είναι πολύ γλυκό. |
| The boy wants vanilla ice cream after the meal. | Το αγόρι θέλει παγωτό βανίλια μετά το φαγητό. |
| The girl puts an ice cube in her juice because it is not cold. | Το κορίτσι βάζει ένα παγάκι στον χυμό της, γιατί δεν είναι κρύος. |
| The girl greets the boy and they sit together on the bench. | Η κοπέλα χαιρετάει το αγόρι και κάθονται μαζί στο παγκάκι. |
| The boy buys a soft drink for the girl. | Το αγόρι αγοράζει ένα αναψυκτικό για την κοπέλα. |
| The girl says that she wants only vanilla, not chocolate. | Το κορίτσι λέει ότι θέλει μόνο βανίλια, όχι σοκολάτα. |
| Put one more ice cube in my mug, please. | Βάλε άλλο ένα παγάκι στην κούπα μου, σε παρακαλώ. |
| the young woman | η κοπέλα |
| The young woman at the bookstore is showing me a book in Greek. | Η κοπέλα στο βιβλιοπωλείο μου δείχνει ένα βιβλίο στα ελληνικά. |
| The young woman and the girl laugh when the ice cube falls into the glass. | Η κοπέλα και το κορίτσι γελάνε όταν πέφτει το παγάκι στο ποτήρι. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io