| Question | Answer |
|---|---|
| the fog | η ομίχλη |
| It may rain later, because the fog hasn’t gone away since the morning. | Μπορεί να βρέξει αργότερα, γιατί η ομίχλη δεν φεύγει από το πρωί. |
| to continue | συνεχίζομαι |
| The meeting continues after the break. | Η συνάντηση συνεχίζεται μετά το διάλειμμα. |
| may | μπορεί να |
| There may be a lot of traffic tomorrow morning. | Μπορεί να έχει πολλή κίνηση αύριο το πρωί. |
| If the fog continues, the bus may be late again. | Αν συνεχιστεί η ομίχλη, μπορεί να αργήσει το λεωφορείο πάλι. |
| the thunderclap | η βροντή |
| the flash of lightning | η αστραπή |
| The flash of lightning was so strong that I jumped out of bed. | Η αστραπή ήταν τόσο δυνατή που πετάχτηκα από το κρεβάτι. |
| I heard a loud thunderclap and saw a flash of lightning over the mountain. | Άκουσα μια δυνατή βροντή και είδα μια αστραπή πάνω από το βουνό. |
| the lightning | η αστραπή |
| When I see lightning, I immediately close the window. | Όταν βλέπω αστραπή, κλείνω αμέσως το παράθυρο. |
| After the second thunderclap, the cat hid under the bed because she was afraid of the lightning. | Μετά τη δεύτερη βροντή, η γάτα κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι, γιατί φοβήθηκε την αστραπή. |
| the hail | το χαλάζι |
| the frost | η παγωνιά |
| Yesterday afternoon it hailed, but today there is only cold and frost. | Χτες το απόγευμα έπεσε χαλάζι, αλλά σήμερα έχει μόνο κρύο και παγωνιά. |
| If there is hail and frost again tomorrow, I won’t go by car. | Αν έχει πάλι χαλάζι και παγωνιά αύριο, δεν θα πάω με το αυτοκίνητο. |
| the rainbow | το ουράνιο τόξο |
| When the rainbow comes out, my niece smiles. | Όταν βγαίνει το ουράνιο τόξο, η ανιψιά μου χαμογελάει. |
| After the rain a rainbow came out, and everyone in the square was looking at it. | Μετά τη βροχή βγήκε ένα ουράνιο τόξο, και όλοι στην πλατεία το κοιτούσαν. |
| My niece was so happy about the rainbow that she started laughing and pointing at the sky. | Η ανιψιά μου χάρηκε τόσο με το ουράνιο τόξο που άρχισε να γελάει και να δείχνει τον ουρανό. |
| the salesman | ο πωλητής |
| The salesman told me that this blazer is at a better price today. | Ο πωλητής μου είπε ότι αυτό το σακάκι είναι σε καλύτερη τιμή σήμερα. |
| the saleswoman | η πωλήτρια |
| to exchange | αλλάζω |
| Can I exchange this shirt if the size isn't right? | Μπορώ να αλλάξω αυτό το πουκάμισο αν το μέγεθος δεν είναι σωστό; |
| The saleswoman at the other shop said that I can exchange it within two weeks. | Η πωλήτρια στο άλλο κατάστημα είπε ότι μπορώ να το αλλάξω μέσα σε δύο εβδομάδες. |
| The same salesman remembered me and smiled at me when I went into the shop again. | Ο ίδιος πωλητής με θυμήθηκε και μου χαμογέλασε όταν μπήκα ξανά στο μαγαζί. |
| the politeness | η ευγένεια |
| The saleswoman showed great politeness and helped me find the right size. | Η πωλήτρια έδειξε μεγάλη ευγένεια και με βοήθησε να βρω σωστό νούμερο. |
| the delivery man | ο διανομέας |
| The delivery man left the parcel at the reception, because I was still at work. | Ο διανομέας άφησε το δέμα στην υποδοχή, γιατί εγώ ήμουν ακόμα στη δουλειά. |
| If the delivery man is late, I may not manage to pick up the package today. | Αν αργήσει ο διανομέας, μπορεί να μην προλάβω να πάρω το πακέτο σήμερα. |
| the banknote | το χαρτονόμισμα |
| I paid with a large banknote and the cashier didn’t have enough change. | Πλήρωσα με ένα μεγάλο χαρτονόμισμα και ο ταμίας δεν είχε αρκετά ρέστα. |
| In my wallet I had only one banknote and a few coins. | Στο πορτοφόλι μου είχα μόνο ένα χαρτονόμισμα και λίγα κέρματα. |
| to appear | εμφανίζομαι |
| The rainbow appears after the rain. | Το ουράνιο τόξο εμφανίζεται μετά τη βροχή. |
| the charge | η χρέωση |
| A small charge appeared on my account that I didn’t understand. | Στον λογαριασμό μου εμφανίστηκε μια μικρή χρέωση που δεν κατάλαβα. |
| The bank said that the charge may be a mistake and that it will check it tomorrow. | Η τράπεζα είπε ότι η χρέωση μπορεί να είναι λάθος και θα την ελέγξει αύριο. |
| the mechanic | η μηχανικός |
| The mechanic looked at the car and said that the brake is fine. | Η μηχανικός κοίταξε το αυτοκίνητο και είπε ότι το φρένο είναι εντάξει. |
| Tomorrow I will speak with the mechanic again, because I also want to ask about the tire. | Αύριο θα ξαναμιλήσω με τη μηχανικό, γιατί θέλω να ρωτήσω και για το λάστιχο. |
| the painkiller | το παυσίπονο |
| The doctor gave me a painkiller because my knee still hurts. | Η γιατρός μου έδωσε παυσίπονο, γιατί το γόνατό μου πονάει ακόμα. |
| If the headache doesn’t go away, I will take another painkiller in the evening. | Αν ο πονοκέφαλος δεν φύγει, θα πάρω άλλο ένα παυσίπονο το βράδυ. |
| the antiseptic | το αντισηπτικό |
| the cotton | το βαμβάκι |
| First I put antiseptic on the wound and then a little cotton. | Πρώτα έβαλα αντισηπτικό στην πληγή και μετά λίγο βαμβάκι. |
| the gauze | η γάζα |
| At the pharmacy I bought antiseptic, cotton, and gauze for my finger. | Στο φαρμακείο αγόρασα αντισηπτικό, βαμβάκι και γάζα για το δάχτυλό μου. |
| the drop | η σταγόνα |
| The gauze stayed in the drawer, but I put the drops in my eyes immediately. | Η γάζα έμεινε στο συρτάρι, αλλά τις σταγόνες τις έβαλα αμέσως στα μάτια μου. |
| twice a day | δύο φορές τη μέρα |
| My doctor told me to take the pill twice a day. | Ο γιατρός μου είπε να παίρνω το χάπι δύο φορές τη μέρα. |
| The doctor said to use drops twice a day and to change the gauze when it gets wet. | Η γιατρός είπε να βάζω σταγόνες δύο φορές τη μέρα και να αλλάζω τη γάζα όταν βραχεί. |
| to be on edge | έχω νεύρα |
| I’m on edge today because the internet connection isn’t working well. | Έχω νεύρα σήμερα, γιατί η σύνδεση στο ίντερνετ δεν λειτουργεί καλά. |
| Even though I was very on edge in the morning, I tried to speak politely. | Παρόλο που είχα πολλά νεύρα το πρωί, προσπάθησα να μιλήσω με ευγένεια. |
| the rudeness | η αγένεια |
| irritably | με νεύρα |
| Why are you speaking to me irritably? | Γιατί μου μιλάς με νεύρα; |
| to break down | χαλάω |
| If the air conditioner breaks down in the summer, I can’t sleep well. | Αν χαλάσει το κλιματιστικό το καλοκαίρι, δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά. |
| I don’t like rudeness; when someone speaks irritably, the conversation breaks down easily. | Δεν μου αρέσει η αγένεια· όταν κάποιος μιλάει με νεύρα, η συζήτηση χαλάει εύκολα. |
| the smile | το χαμόγελο |
| the atmosphere | η ατμόσφαιρα |
| The atmosphere at the restaurant is very calm tonight. | Στο εστιατόριο η ατμόσφαιρα είναι πολύ ήσυχη απόψε. |
| A small smile and a little politeness immediately change the atmosphere. | Ένα μικρό χαμόγελο και λίγη ευγένεια αλλάζουν αμέσως την ατμόσφαιρα. |
| to calm | ηρεμώ |
| My friend calms down when she listens to calm music. | Η φίλη μου ηρεμεί όταν ακούει ήρεμη μουσική. |
| the moment | η στιγμή |
| The moment I get up from the chair, my phone rings. | Τη στιγμή που σηκώνομαι από την καρέκλα, χτυπάει το τηλέφωνό μου. |
| Rudeness never helps, but a smile can calm a difficult moment. | Η αγένεια δεν βοηθάει ποτέ, αλλά ένα χαμόγελο μπορεί να ηρεμήσει μια δύσκολη στιγμή. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io