| the elbow | ο αγκώνας |
| I hit my elbow on the door and now it hurts a little. | Χτύπησα τον αγκώνα μου στην πόρτα και τώρα πονάει λίγο. |
| the bruise | η μελανιά |
| the ankle | ο αστράγαλος |
| My ankle hurts a little when I walk a lot. | Ο αστράγαλός μου πονάει λίγο όταν περπατάω πολύ. |
| to twist | γυρίζω |
| I twist the lid of the container to open it. | Γυρίζω το καπάκι του δοχείου για να το ανοίξω. |
| the foot | το πόδι |
| If your foot hurts, you'd better not run today. | Αν πονάει το πόδι σου, καλύτερα να μην τρέχεις σήμερα. |
| My friend has a bruise on her ankle, because yesterday she twisted her foot in the park. | Η φίλη μου έχει μια μελανιά στον αστράγαλο, γιατί χτες γύρισε το πόδι της στο πάρκο. |
| the scratch | η γρατζουνιά |
| the forehead | το μέτωπο |
| The child has a small scratch on the forehead, but it is not serious. | Το παιδί έχει μια μικρή γρατζουνιά στο μέτωπο, αλλά δεν είναι σοβαρό. |
| the chin | το πηγούνι |
| The doctor looked at her forehead and then her chin. | Η γιατρός κοίταξε το μέτωπό της και μετά το πηγούνι της. |
| to wonder | σκέφτομαι |
| She put her hand on her chin and wondered whether she should go to the doctor again. | Έβαλε το χέρι στο πηγούνι και σκέφτηκε αν πρέπει να πάει ξανά στον γιατρό. |
| the palm | η παλάμη |
| I put ointment on my palm, because I have a small wound. | Έβαλα αλοιφή στην παλάμη μου, γιατί έχω μια μικρή πληγή. |
| fine | καλά |
| I feel fine now. | Νιώθω καλά τώρα. |
| the heel | η φτέρνα |
| My palm is fine now, but my heel hurts when I walk a lot. | Η παλάμη μου είναι καλά τώρα, αλλά η φτέρνα μου πονάει όταν περπατάω πολύ. |
| My sister wore different shoes, because her heel was hurting. | Η αδερφή μου φόρεσε άλλα παπούτσια, γιατί πονούσε η φτέρνα της. |
| as usual | κανονικά |
| As usual, I drink coffee in the morning, but today I’m drinking tea. | Κανονικά πίνω καφέ το πρωί, αλλά σήμερα πίνω τσάι. |
| Despite the bruise and the scratch, she went to work as usual. | Παρά τη μελανιά και τη γρατζουνιά, εκείνη πήγε κανονικά στη δουλειά. |
| to limp | κουτσαίνω |
| I can't run today, because I am still limping a little. | Δεν μπορώ να τρέξω σήμερα, γιατί κουτσαίνω λίγο ακόμα. |
| Maybe you shouldn’t go out for a walk tonight, if you are still limping and your leg hurts? | Μήπως να μη βγεις βόλτα απόψε, αν ακόμα κουτσαίνεις και πονάει το πόδι σου; |
| to slip | γλιστράω |
| I usually slip when the floor is wet, so I walk more slowly. | Συνήθως γλιστράω όταν το πάτωμα είναι βρεγμένο, γι’ αυτό περπατάω πιο αργά. |
| to be slippery | γλιστράω |
| Be careful in the bathroom, because the floor is slippery. | Πρόσεχε στο μπάνιο, γιατί γλιστράει το πάτωμα. |
| the mopping | το σφουγγάρισμα |
| After the mopping, the floor is clean. | Μετά το σφουγγάρισμα, το πάτωμα είναι καθαρό. |
| Don’t run in the kitchen, because the floor is slippery after mopping. | Μην τρέχεις στην κουζίνα, γιατί γλιστράει το πάτωμα μετά το σφουγγάρισμα. |
| to stumble | σκοντάφτω |
| over | σε |
| Can you explain it to me over the phone? | Μπορείς να μου το εξηγήσεις στο τηλέφωνο; |
| If I don’t look down, I stumble over small things that are on the floor. | Αν δεν κοιτάω κάτω, σκοντάφτω σε μικρά πράγματα που είναι στο πάτωμα. |
| the scissors | το ψαλίδι |
| the glue | η κόλλα |
| I put the scissors and the glue in the desk drawer. | Έβαλα το ψαλίδι και την κόλλα στο συρτάρι του γραφείου. |
| The student borrowed my scissors because she wanted to cut a photo for the lesson. | Η μαθήτρια δανείστηκε το ψαλίδι μου, γιατί ήθελε να κόψει μια φωτογραφία για το μάθημα. |
| the ruler | ο χάρακας |
| the marker | ο μαρκαδόρος |
| neatly | καθαρά |
| The teacher says to write neatly in our notebook. | Η δασκάλα λέει να γράφουμε καθαρά στο τετράδιό μας. |
| With a ruler and a marker I wrote the word more neatly on the board. | Με έναν χάρακα και έναν μαρκαδόρο έγραψα πιο καθαρά τη λέξη στον πίνακα. |
| The ruler is on the book, but the marker is inside the pencil case. | Ο χάρακας είναι πάνω στο βιβλίο, αλλά ο μαρκαδόρος είναι μέσα στην κασετίνα. |
| the paper clip | ο συνδετήρας |
| the stapler | το συρραπτικό |
| Maybe we should put the paper clips next to the stapler, so that we can find them more easily? | Μήπως να βάλουμε τους συνδετήρες δίπλα στο συρραπτικό, για να τους βρίσκουμε πιο εύκολα; |
| The stapler doesn’t work well, so now I use only paper clips. | Το συρραπτικό δεν δουλεύει καλά, οπότε τώρα χρησιμοποιώ μόνο συνδετήρες. |
| the bookmark | ο σελιδοδείκτης |
| I put a bookmark in the novel, because I want to continue from there in the evening. | Έβαλα έναν σελιδοδείκτη στο μυθιστόρημα, γιατί θέλω να συνεχίσω από εκεί το βράδυ. |
| The bookmark fell out of the book, but I found it under the table. | Ο σελιδοδείκτης έπεσε από το βιβλίο, αλλά τον βρήκα κάτω από το τραπέζι. |
| the notebook | το σημειωματάριο |
| In my notebook I write words that I hear on the bus or at the café. | Στο σημειωματάριό μου γράφω λέξεις που ακούω στο λεωφορείο ή στο καφέ. |
| the notepad | το μπλοκάκι |
| I have a notepad in my bag, so that I can quickly jot down an idea. | Έχω ένα μπλοκάκι στην τσάντα μου, για να σημειώνω γρήγορα μια ιδέα. |
| these days | αυτές τις μέρες |
| These days I try to sleep early, because I have a lot of stress. | Αυτές τις μέρες προσπαθώ να κοιμάμαι νωρίς, γιατί έχω πολύ άγχος. |
| The notepad is almost full, because these days I write many small notes. | Το μπλοκάκι είναι σχεδόν γεμάτο, γιατί αυτές τις μέρες γράφω πολλά μικρά σημειώματα. |
| Maybe you should put a little glue on the photo and leave it on the book? | Μήπως να βάλεις λίγη κόλλα στη φωτογραφία και να την αφήσεις πάνω στο βιβλίο; |
| since | αφού |
| Since you don’t have class today, shall we go to the park together? | Αφού δεν έχεις μάθημα σήμερα, πάμε μαζί στο πάρκο; |
| Maybe you should take your notepad to class too, since the notebook is already full? | Μήπως να πάρεις και το μπλοκάκι σου στο μάθημα, αφού το σημειωματάριο είναι ήδη γεμάτο; |
| the spot | το σημείο |
| At this spot I wait for the bus every day. | Σε αυτό το σημείο περιμένω κάθε μέρα το λεωφορείο. |
| the rug | το χαλί |
| When the rug is wet, I slip easily. | Όταν το χαλί είναι βρεγμένο, γλιστράω εύκολα. |
| If you often stumble and slip in the same spot, maybe you should put down a rug or clean the floor better? | Αν σκοντάφτεις συχνά και γλιστράς στο ίδιο σημείο, μήπως να βάλεις ένα χαλί ή να καθαρίσεις καλύτερα το πάτωμα; |
| the studying | το διάβασμα |
| Studying tires me a little, but it helps me a lot. | Το διάβασμα με κουράζει λίγο, αλλά με βοηθάει πολύ. |
| When I finish studying, I will put the ruler, the marker, and the scissors back in the pencil case, so that I won’t look for them tomorrow morning. | Όταν τελειώσω το διάβασμα, θα βάλω τον χάρακα, τον μαρκαδόρο και το ψαλίδι πίσω στην κασετίνα, για να μην τα ψάχνω αύριο το πρωί. |
| My elbow is better today, but I am still careful when I open heavy doors. | Ο αγκώνας μου είναι καλύτερα σήμερα, αλλά προσέχω ακόμα όταν ανοίγω βαριές πόρτες. |
| if | μήπως |
| I wonder if I should ask the teacher one more time. | Σκέφτομαι μήπως να ρωτήσω τη δασκάλα άλλη μια φορά. |
| nearby | κοντά |
| Is there a pharmacy nearby or do I have to go to the city? | Υπάρχει φαρμακείο εδώ κοντά ή πρέπει να πάω στην πόλη; |
| Keep your phone nearby in case I call you later. | Κράτα το τηλέφωνό σου κοντά, μήπως σε πάρω αργότερα. |