| Question | Answer |
|---|---|
Basically I want to stay home tonight, because I am tired. | Βασικά θέλω να μείνω σπίτι απόψε, γιατί είμαι κουρασμένος. |
Basically my friend agrees, but she wants us to stop by the supermarket first. | Βασικά η φίλη μου συμφωνεί, αλλά θέλει να περάσουμε πρώτα από το σούπερ μάρκετ. |
I’m afraid we might be late, but we’ll probably arrive early if we leave now. | Φοβάμαι μην αργήσουμε, αλλά λογικά θα φτάσουμε νωρίς, αν φύγουμε τώρα. |
lest | μη |
to make it | προλαβαίνω |
If the tram isn't late, I'll make it to the morning briefing. | Αν δεν αργήσει το τραμ, θα προλάβω την πρωινή σύσκεψη. |
My colleague is afraid she might miss the briefing, but she will probably make it. | Η συνάδελφός μου φοβάται μη χάσει τη σύσκεψη, αλλά λογικά θα προλάβει. |
Obviously you are very tired, since you worked all day. | Προφανώς έχεις κουραστεί πολύ, αφού δούλεψες όλη μέρα. |
When I am tired, I rest my head on the pillow and sigh. | Όταν είμαι κουρασμένος, ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και αναστενάζω. |
the paperwork | τα χαρτιά |
The paperwork that I need for the application is already in my folder. | Τα χαρτιά που χρειάζομαι για την αίτηση είναι ήδη στο ντοσιέ μου. |
I drag the heavy suitcase to the hotel entrance and then I get done with the paperwork. | Σέρνω τη βαριά βαλίτσα μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου και μετά ξεμπερδεύω με τα χαρτιά. |
Don’t bite your pencil; you are already chewing your apple very slowly. | Μην δαγκώνεις το μολύβι σου· μασάς ήδη πολύ αργά το μήλο σου. |
The little boy bites the bread, while his sister chews slowly because the food is hot. | Το μικρό αγόρι δαγκώνει το ψωμί, ενώ η αδερφή του μασάει αργά γιατί το φαγητό είναι ζεστό. |
I can’t swallow this pill without water, so I sip a little tea first. | Δεν μπορώ να καταπιώ αυτό το χάπι χωρίς νερό, οπότε ρουφάω λίγο τσάι πρώτα. |
The patient says her throat hurts and she has difficulty swallowing, so she sips the soup slowly. | Η ασθενής λέει ότι πονάει ο λαιμός της και δυσκολεύεται να καταπιεί, γι’ αυτό ρουφάει αργά τη σούπα. |
Yesterday we went up a small hill; we were afraid it might start raining on the uphill part, but on the downhill there was only a little breeze. | Χτες ανεβήκαμε σε έναν μικρό λόφο· φοβόμασταν μην αρχίσει να βρέχει στην ανηφόρα, αλλά στην κατηφόρα είχε μόνο λίγο αεράκι. |
the downhill road | η κατηφόρα |
On the downhill, I keep a low speed because the road is slippery. | Στην κατηφόρα κρατάω χαμηλή ταχύτητα, γιατί ο δρόμος γλιστράει. |
The uphill road to the village is tiring, but the downhill is easier. | Η ανηφόρα μέχρι το χωριό είναι κουραστική, αλλά η κατηφόρα είναι πιο εύκολη. |
In summer I always look for shade, and my niece collects pebbles on the shore. | Το καλοκαίρι ψάχνω πάντα ίσκιο, και η ανιψιά μου μαζεύει βότσαλα στην ακτή. |
Sit in the shade for a bit; the little girl has already put a pebble in her pocket. | Κάτσε λίγο στον ίσκιο· η μικρή έβαλε ήδη ένα βότσαλο στην τσέπη της. |
I sweat a lot when I walk fast in the summer, and my friend sweats easily on the bus. | Ιδρώνω πολύ όταν περπατάω γρήγορα το καλοκαίρι, και η φίλη μου ιδρώνει εύκολα στο λεωφορείο. |
The little girl trembles when she hears thunder, and I tremble a little when I drink too much coffee and haven’t eaten. | Η μικρή τρέμει όταν ακούει βροντή, κι εγώ τρέμω λίγο όταν πίνω πολύ καφέ και δεν έχω φάει. |
After the pill I feel a little relieved, and my grandmother feels relieved when she hears that everything is fine. | Μετά το χάπι ανακουφίζομαι λίγο, και η γιαγιά μου ανακουφίζεται όταν ακούει ότι όλα είναι καλά. |
It is not normal to be afraid that you might make a mistake in every word. | Δεν είναι φυσιολογικό να φοβάσαι μην κάνεις λάθος σε κάθε λέξη. |
I put tea in a big mug when it is cold, while my sister drinks coffee in a blue mug. | Βάζω τσάι σε μεγάλη κούπα όταν κάνει κρύο, ενώ η αδερφή μου πίνει καφέ σε μπλε κούπα. |
The waitress left the tray on the table, and I sat on the stool next to the window. | Η σερβιτόρα άφησε τον δίσκο πάνω στο τραπέζι, και εγώ κάθισα στο σκαμπό δίπλα στο παράθυρο. |
The other stool is more comfortable, but the pitcher doesn’t fit on the tray together with the mugs. | Το άλλο σκαμπό είναι πιο άνετο, αλλά πάνω στον δίσκο δεν χωράει και η κανάτα μαζί με τις κούπες. |
I put the food in a container for work, and my mom puts the fruit on a large platter. | Βάζω το φαγητό σε ένα τάπερ για τη δουλειά, και η μαμά μου βάζει τα φρούτα σε μια μεγάλη πιατέλα. |
Don’t forget your container in the fridge; the platter is for everyone, not just for you. | Μην ξεχάσεις το τάπερ σου στο ψυγείο· η πιατέλα είναι για όλους, όχι μόνο για εσένα. |
Please fill the pitcher with cold water and leave it next to the glasses. | Γέμισε, σε παρακαλώ, την κανάτα με κρύο νερό και άφησέ την δίπλα στα ποτήρια. |
My sister defrosts the frozen vegetables in the morning, but I defrost the food in the evening. | Η αδερφή μου ξεπαγώνει τα κατεψυγμένα λαχανικά το πρωί, αλλά εγώ ξεπαγώνω το φαγητό το βράδυ. |
to spoil | χαλάω |
Fish spoils quickly when it is not in the fridge. | Το ψάρι χαλάει γρήγορα όταν δεν είναι στο ψυγείο. |
Put the milk in the fridge, lest it spoil. | Βάλε το γάλα στο ψυγείο, μη χαλάσει. |
to refuse | αρνούμαι |
I’m not refusing to help you, but I want first to finish my work. | Δεν αρνούμαι να σε βοηθήσω, αλλά θέλω πρώτα να τελειώσω τη δουλειά μου. |
My friend refused to go out tonight, because she is very tired. | Η φίλη μου αρνήθηκε να βγει απόψε, γιατί είναι πολύ κουρασμένη. |
to doubt | αμφιβάλλω |
I doubt that we will arrive on time with so much traffic. | Αμφιβάλλω αν θα φτάσουμε στην ώρα μας με τόση κίνηση. |
The teacher does not doubt that you are making progress in Greek. | Η δασκάλα δεν αμφιβάλλει ότι προχωράς στα ελληνικά. |
quietly | χαμηλόφωνα |
We speak quietly when the child is sleeping. | Μιλάμε χαμηλόφωνα όταν το παιδί κοιμάται. |
Speak more quietly, please, because the child is sleeping. | Μίλα πιο χαμηλόφωνα, σε παρακαλώ, γιατί το παιδί κοιμάται. |
softly | χαμηλόφωνα |
Mom sings softly to the baby. | Η μαμά τραγουδάει χαμηλόφωνα στο μωρό. |
My new colleague speaks softly, but very clearly. | Η καινούρια συνάδελφός μου μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά πολύ καθαρά. |
talkative | φλύαρος |
nonstop | ασταμάτητα |
It has been raining nonstop since morning. | Βρέχει ασταμάτητα από το πρωί. |
He is talkative and talks nonstop during the break. | Εκείνος είναι φλύαρος και μιλάει ασταμάτητα στο διάλειμμα. |
The girl next to me is not talkative, but she always smiles. | Η κοπέλα δίπλα μου δεν είναι φλύαρη, αλλά χαμογελάει πάντα. |
to whisper | ψιθυρίζω |
Grandma whispers when she talks with the baby. | Η γιαγιά ψιθυρίζει όταν μιλάει με το μωρό. |
Don’t whisper so much; I can’t hear you well. | Μην ψιθυρίζεις τόσο πολύ· δεν σε ακούω καλά. |
to repeat | επαναλαμβάνω |
Can you say it one more time? I don’t want you to repeat it too fast. | Μπορείς να το πεις άλλη μια φορά; Δεν θέλω να το επαναλάβεις πολύ γρήγορα. |
The teacher repeats the word slowly, so that we write it correctly. | Η δασκάλα επαναλαμβάνει τη λέξη αργά, για να τη γράψουμε σωστά. |
brown | καστανός |
The new neighbor has brown hair and a calm face. | Ο καινούριος γείτονας έχει καστανά μαλλιά και ήρεμο πρόσωπο. |
Her daughter has brown eyes and a smiling face. | Η κόρη της έχει καστανά μάτια και χαμογελαστό πρόσωπο. |
the mustache | το μουστάκι |
His mustache is bigger now. | Το μουστάκι του είναι πιο μεγάλο τώρα. |
The man with the small mustache works at the pharmacy. | Ο άντρας με το μικρό μουστάκι δουλεύει στο φαρμακείο. |
to grow a mustache | αφήνω μουστάκι |
My brother wants to grow a mustache. | Ο αδερφός μου θέλει να αφήσει μουστάκι. |
My cousin grew a mustache, but my grandmother says he looked nicer before. | Ο ξάδερφός μου άφησε μουστάκι, αλλά η γιαγιά μου λέει ότι ήταν πιο ωραίος πριν. |
the beard | η γενειάδα |
The professor with the long beard always speaks calmly. | Ο καθηγητής με τη μακριά γενειάδα μιλάει πάντα ήρεμα. |
to shave | ξυρίζω |
I shave in the morning before work. | Ξυρίζομαι το πρωί πριν από τη δουλειά. |
Her friend doesn’t have a beard anymore, because he shaved it yesterday. | Ο φίλος της δεν έχει πια γενειάδα, γιατί την ξύρισε χτες. |
the freckle | η φακίδα |
the cheek | το μάγουλο |
The little girl has freckles on her nose and cheeks. | Η μικρή έχει φακίδες στη μύτη και στα μάγουλα. |
The girl with the freckles smiles every time I see her. | Το κορίτσι με τις φακίδες χαμογελάει κάθε φορά που τη βλέπω. |
to raise | σηκώνω |
I raise my hand when I want to ask a question. | Σηκώνω το χέρι μου όταν θέλω να κάνω μια ερώτηση. |
the eyebrow | το φρύδι |
She raises her eyebrow when she doesn’t believe what she hears. | Σηκώνει το φρύδι της όταν δεν πιστεύει αυτό που ακούει. |
I have a small scratch above my eyebrow. | Έχω μια μικρή γρατζουνιά πάνω από το φρύδι μου. |
to kiss | φιλάω |
The grandmother kisses her granddaughter and smiles. | Η γιαγιά φιλάει την εγγονή της και χαμογελάει. |
Mom kissed the child on the cheek before leaving. | Η μαμά φίλησε το παιδί στο μάγουλο πριν φύγει. |
My cheek is red, because there is a lot of sun outside. | Το μάγουλό μου είναι κόκκινο, γιατί έχει πολύ ήλιο έξω. |
beige | μπεζ |
I like this beige coat more than the black one. | Αυτό το μπεζ παλτό μου αρέσει περισσότερο από το μαύρο. |
My friend wore beige shoes with her new dress. | Η φίλη μου φόρεσε μπεζ παπούτσια με το καινούριο φόρεμά της. |
orange | πορτοκαλί |
I want an orange cup for my tea. | Θέλω ένα πορτοκαλί φλιτζάνι για το τσάι μου. |
The orange balloon is for the little boy. | Το πορτοκαλί μπαλόνι είναι για το μικρό αγόρι. |
light blue | γαλάζιος |
In the living room we have a light blue wall next to the window. | Στο σαλόνι έχουμε έναν γαλάζιο τοίχο δίπλα στο παράθυρο. |
The sea looks light blue in the morning from the veranda. | Η θάλασσα φαίνεται γαλάζια το πρωί από τη βεράντα. |
the rabbit | το κουνέλι |
My niece wants a rabbit, but her mom says no for now. | Η ανιψιά μου θέλει ένα κουνέλι, αλλά η μαμά της λέει όχι για τώρα. |
My friend’s rabbit eats carrot and sleeps quietly. | Το κουνέλι της φίλης μου τρώει καρότο και κοιμάται ήσυχα. |
the parrot | ο παπαγάλος |
The parrot talks when it hears my voice. | Ο παπαγάλος μιλάει όταν ακούει τη φωνή μου. |
to cry out | φωνάζω |
The baby cries out when it is hungry. | Το μωρό φωνάζει όταν πεινάει. |
The neighbor has a parrot that cries out a lot in the morning. | Η γειτόνισσα έχει έναν παπαγάλο που φωνάζει πολύ το πρωί. |
the turtle | η χελώνα |
cute | χαριτωμένος |
The parrot is very cute when it talks. | Ο παπαγάλος είναι πολύ χαριτωμένος όταν μιλάει. |
The turtle moves slowly, but the child finds it very cute. | Η χελώνα κινείται αργά, αλλά το παιδί τη βρίσκει πολύ χαριτωμένη. |
At the park I saw a small turtle near the water. | Στο πάρκο είδα μια μικρή χελώνα κοντά στο νερό. |
the canary | το καναρίνι |
the cage | το κλουβί |
The canary sings early in the morning inside the cage. | Το καναρίνι τραγουδάει νωρίς το πρωί μέσα στο κλουβί. |
The cage is next to the window, because there the canary has more light. | Το κλουβί είναι δίπλα στο παράθυρο, γιατί εκεί το καναρίνι έχει περισσότερο φως. |
the aquarium | το ενυδρείο |
The aquarium is on the desk and it has two small fish. | Το ενυδρείο είναι πάνω στο γραφείο και έχει δύο μικρά ψάρια. |
Her daughter wants a bigger aquarium, but her father says that the small one is enough for now. | Η κόρη της θέλει μεγαλύτερο ενυδρείο, αλλά ο πατέρας της λέει ότι το μικρό είναι αρκετό για τώρα. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io