συνεχίζω

Usages of συνεχίζω

Συνεχίζω να διαβάζω, αν και είμαι κουρασμένος.
I continue reading, even though I am tired. (male speaker)
Η φίλη μου συνεχίζει τη δουλειά μέχρι αργά το βράδυ.
My friend (female) continues the work until late at night.
Έχεις δικαίωμα να σταματήσεις όταν δεν θέλεις να συνεχίσεις.
You have the right to stop when you don't want to continue.
Παρόλο που στο παρελθόν έκανα πολλά λάθη, συνεχίζω να μαθαίνω.
Even though in the past I made many mistakes, I continue to learn.
Αντί να δω άλλη σειρά, θα συνεχίσω το βιβλίο στα ελληνικά, γιατί είναι η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία.
Instead of watching another series, I will continue the book in Greek, because it is the most interesting story.
Όταν κουράζομαι, θυμάμαι ότι η δουλειά αξίζει και συνεχίζω.
When I get tired, I remember that the work is worth it and I continue.
Συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά, ακόμα κι αν είμαι κουρασμένος.
I continue to study Greek, even if I am tired.
Σήμερα φαίνομαι πολύ κουρασμένος, αλλά συνεχίζω να δουλεύω.
Today I seem very tired, but I continue to work.
Συνεχίζω να προχωράω λίγο κάθε μέρα στο μάθημα ελληνικών.
I keep making a little progress every day in the Greek lesson.
Σήμερα είμαι πραγματικά κουρασμένος, αλλά συνεχίζω το μάθημα.
Today I am really tired, but I continue the lesson.
Σήμερα είμαι αρκετά κουρασμένος, αλλά συνεχίζω το μάθημα.
Today I am quite tired, but I continue the lesson.
Αν περάσεις τη γέφυρα και συνεχίσεις ευθεία, θα φτάσεις στο λιμάνι σε δέκα λεπτά.
If you cross the bridge and continue straight, you will reach the port in ten minutes.
Δεν παραδίδομαι, συνεχίζω να προσπαθώ κάθε μέρα.
I don’t give up, I keep trying every day.
Αν συνεχίσω έτσι, θα δω μεγάλη αύξηση στο επίπεδο της γλώσσας μου.
If I continue like this, I will see a big increase in the level of my language.
Μετά την παύση συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα, για να μην χάσω τη συνέχεια της ιστορίας.
After the pause I continue from where I stopped so that I don’t miss the rest of the story.
Όταν πάω να μιλήσω ελληνικά με τη φίλη μου, στην αρχή διστάζω, αλλά μετά συνεχίζω πιο άνετα.
When I go to speak Greek with my friend, at first I hesitate, but then I continue more comfortably.
Η φίλη μου είναι πιο ανασφαλής από εμένα και δεν ξέρει αν θέλει να συνεχίσει για μεταπτυχιακό.
My friend is more insecure than me and doesn’t know whether she wants to continue to a master’s.
Όπως κι αν νιώθω, συνεχίζω να διαβάζω ελληνικά κάθε μέρα.
However I feel, I keep reading Greek every day.
Δεν θέλω τα ελληνικά μου να μείνουν στάσιμα, γι’ αυτό συνεχίζω το μάθημα.
I don’t want my Greek to stay stagnant, that’s why I continue the course.
Elon.io is an online learning platform
We have an entire course teaching Greek grammar and vocabulary.

Start learning Greek now