| Question | Answer |
|---|---|
I admire the love my grandmother shows to the whole family. | Θαυμάζω την αγάπη που δείχνει η γιαγιά μου σε όλη την οικογένεια. |
My friend talks about Greece with so much love that I admire her even more. | Η φίλη μου μιλάει για την Ελλάδα με τόση αγάπη, που τη θαυμάζω ακόμα περισσότερο. |
at ease | άνετα |
I feel more at ease with my friend when I speak Greek. | Με τη φίλη μου νιώθω πιο άνετα όταν μιλάω ελληνικά. |
Her fear doesn’t go away immediately, but she admits that now she feels more comfortable than before. | Ο φόβος της δεν φεύγει αμέσως, αλλά παραδέχεται ότι τώρα νιώθει πιο άνετα από πριν. |
I recognize the anger in his voice, so I wait a bit before answering. | Αναγνωρίζω τον θυμό στη φωνή του, γι’ αυτό περιμένω λίγο πριν απαντήσω. |
the peace | η ηρεμία |
When I come back tired from work, I crave a little peace and a hot coffee. | Όταν γυρίζω κουρασμένος από τη δουλειά, λαχταράω λίγη ηρεμία και έναν ζεστό καφέ. |
so much ... that | τόσο πολύ ... που |
I am so sleepy that I want to go to bed now. | Νυστάζω τόσο πολύ που θέλω να πάω στο κρεβάτι τώρα. |
to long | λαχταράω |
I long to see my grandmother again. | Λαχταράω να δω ξανά τη γιαγιά μου. |
I love the peace of the mountain so much that in the summer I long to go there again. | Η ηρεμία του βουνού μού αρέσει τόσο πολύ, που το καλοκαίρι λαχταράω να πάω ξανά εκεί. |
to gain | παίρνω |
I want to eat fewer sweets so that I don't gain weight. | Θέλω να τρώω λιγότερα γλυκά, για να μην πάρω κιλά. |
When I gaze at the sea from the veranda, I feel that I gain strength for the next day. | Όταν χαζεύω τη θάλασσα από τη βεράντα, νιώθω ότι παίρνω δύναμη για την επόμενη μέρα. |
the act of | το να |
Speaking Greek every day is the best practice. | Το να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα είναι η καλύτερη εξάσκηση. |
The teacher told us to take small breaks, because gazing outside a little gives us strength. | Η δασκάλα μάς είπε να κάνουμε μικρά διαλείμματα, γιατί το να χαζεύουμε λίγο έξω μάς δίνει δύναμη. |
pure | καθαρός |
In the village we drink pure water from the spring. | Στο χωριό πίνουμε καθαρό νερό από την πηγή. |
The fact that I found a seat on the train was pure luck. | Το ότι βρήκα θέση στο τρένο ήταν καθαρή τύχη. |
it | αυτήν |
The report is ready; I will send it tomorrow. | Η αναφορά είναι έτοιμη· αυτήν θα τη στείλω αύριο. |
Luck helped her today, but she knows that tomorrow she has to be ready without relying only on it. | Η τύχη τη βοήθησε σήμερα, αλλά ξέρει ότι αύριο πρέπει να είναι έτοιμη χωρίς να βασίζεται μόνο σ’ αυτήν. |
I am waiting anxiously for the message from the office. | Περιμένω με αγωνία το μήνυμα της γραμματείας. |
The fact that the answer is taking so long fills me with anxiety. | Το ότι η απάντηση αργεί τόσο πολύ με γεμίζει αγωνία. |
Consistency at work is very important to my supervisor. | Η συνέπεια στη δουλειά είναι πολύ σημαντική για την προϊσταμένη μου. |
every week | κάθε εβδομάδα |
Every week I talk with my grandmother on the phone. | Κάθε εβδομάδα μιλάω με τη γιαγιά μου στο τηλέφωνο. |
With a little consistency in studying, I see progress every week. | Με λίγη συνέπεια στο διάβασμα, βλέπω πρόοδο κάθε εβδομάδα. |
I apologize for the delay, but the bus stayed at the stop for a long time. | Ζητώ συγγνώμη για την αργοπορία, αλλά το λεωφορείο έμεινε πολλή ώρα στη στάση. |
the coworker | ο συνεργάτης |
If my coworker is late again, the briefing will start without him. | Αν ο συνεργάτης μου αργήσει πάλι, η σύσκεψη θα αρχίσει χωρίς εκείνον. |
Our coworker’s delay changed the whole schedule of the meeting. | Η αργοπορία του συνεργάτη μας άλλαξε όλο το πρόγραμμα της συνάντησης. |
With a little stubbornness I can finish this difficult exercise. | Με λίγο πείσμα μπορώ να τελειώσω αυτή τη δύσκολη άσκηση. |
other times | άλλες φορές |
Sometimes I drink coffee in the morning, and other times only water. | Μερικές φορές πίνω καφέ το πρωί και άλλες φορές μόνο νερό. |
My sister’s stubbornness sometimes helps, but other times it makes the discussion difficult. | Το πείσμα της αδερφής μου μερικές φορές βοηθάει, αλλά άλλες φορές κάνει τη συζήτηση δύσκολη. |
to know | γνωρίζω |
I don't know him well. | Δεν τον γνωρίζω καλά. |
I have no dislike for the new colleague; I just don’t know her well yet. | Δεν έχω καμία αντιπάθεια για τη νέα συνάδελφο· απλώς δεν τη γνωρίζω ακόμα καλά. |
The dislike between the two neighbors, who live on the same floor, does not help the apartment building at all. | Η αντιπάθεια ανάμεσα στους δύο γείτονες, που μένουν στον ίδιο όροφο, δεν βοηθάει καθόλου την πολυκατοικία. |
She speaks with such ease that everyone thinks she has been learning Greek for many years. | Μιλάει με τόση ευκολία, που όλοι νομίζουν ότι μαθαίνει ελληνικά εδώ και πολλά χρόνια. |
The greatest difficulty for me is speaking without thinking about every word. | Η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα είναι να μιλάω χωρίς να σκέφτομαι κάθε λέξη. |
out loud | δυνατά |
I read the text out loud to improve my pronunciation. | Διαβάζω το κείμενο δυνατά για να βελτιώσω την προφορά μου. |
At first she had difficulty with pronunciation, but now she reads out loud without fear. | Στην αρχή είχε δυσκολία με την προφορά, αλλά τώρα διαβάζει δυνατά χωρίς φόβο. |
She speaks with certainty because she has already checked all the details. | Μιλάει με βεβαιότητα, γιατί έχει ήδη ελέγξει όλες τις λεπτομέρειες. |
Health has greater value than money, and I know that well. | Η υγεία έχει μεγαλύτερη αξία από τα χρήματα, αυτό το ξέρω καλά. |
The fact that this lesson has great value is clear every time I speak more comfortably. | Το ότι αυτό το μάθημα έχει μεγάλη αξία φαίνεται κάθε φορά που μιλάω πιο άνετα. |
the hunger | η πείνα |
the pancake | η τηγανίτα |
The little girl’s hunger goes away as soon as she eats a pancake. | Η πείνα της μικρής φεύγει μόλις φάει μια τηγανίτα. |
the thirst | η δίψα |
In this heat I’m very thirsty and want cold water. | Με τόση ζέστη έχω μεγάλη δίψα και θέλω κρύο νερό. |
After the walk in the park, I was so thirsty that I drank two glasses of water. | Μετά τη βόλτα στο πάρκο, η δίψα μου ήταν τόσο μεγάλη που ήπια δύο ποτήρια νερό. |
bravo | μπράβο |
Bravo, you spoke very clearly today. | Μπράβο, μίλησες πολύ καθαρά σήμερα. |
The teacher said “bravo” when the student read the text without mistakes. | Η δασκάλα είπε «μπράβο» όταν η μαθήτρια διάβασε το κείμενο χωρίς λάθη. |
goodbye | αντίο |
Goodbye, I will call you tomorrow morning. | Αντίο, θα σε πάρω αύριο το πρωί. |
Goodbye, I’ll see you tomorrow at the office. | Αντίο, θα σε δω αύριο στο γραφείο. |
the female guide | η ξεναγός |
the monument | το μνημείο |
The female guide showed us the oldest monument in the city. | Η ξεναγός μάς έδειξε το πιο παλιό μνημείο της πόλης. |
the male guide | ο ξεναγός |
The guide told us that the museum is free on Sunday. | Ο ξεναγός μάς είπε ότι το μουσείο είναι δωρεάν την Κυριακή. |
so that | ώστε |
I turn off my mobile phone so that I can concentrate in class. | Κλείνω το κινητό μου ώστε να συγκεντρωθώ στο μάθημα. |
The male guide speaks slowly so that everyone understands the history of the monument. | Ο ξεναγός μιλάει αργά, ώστε όλοι να καταλαβαίνουν την ιστορία του μνημείου. |
the apron | η ποδιά |
I wear an apron when I cook so that I don’t get dirty easily. | Φοράω ποδιά όταν μαγειρεύω, για να μη λερώνομαι εύκολα. |
My mom hung the apron behind the kitchen door. | Η μαμά μου κρέμασε την ποδιά πίσω από την πόρτα της κουζίνας. |
In the morning I ate a pancake with honey and cinnamon. | Το πρωί έφαγα μια τηγανίτα με μέλι και κανέλα. |
My friend makes pancakes when we have time for a quiet breakfast. | Η φίλη μου φτιάχνει τηγανίτες όταν έχουμε χρόνο για ήσυχο πρωινό. |
the pistachio | το φιστίκι |
I put a little pistachio and a little honey in the yogurt. | Στο γιαούρτι βάζω λίγο φιστίκι και λίγο μέλι. |
Pistachio ice cream is my sister’s favorite. | Το παγωτό με φιστίκι είναι το αγαπημένο της αδερφής μου. |
the raisin | η σταφίδα |
My grandmother puts raisins in the cake, but I prefer raisins in yogurt. | Η γιαγιά μου βάζει σταφίδες στο κέικ, αλλά εγώ προτιμώ τις σταφίδες στο γιαούρτι. |
I bought raisin bread from the neighborhood bakery. | Αγόρασα ψωμί με σταφίδες από τον φούρνο της γειτονιάς. |
the cocoa | το κακάο |
In the evening I drink hot cocoa instead of coffee. | Το βράδυ πίνω ζεστό κακάο αντί για καφέ. |
Her daughter wants cocoa in the morning, but her son prefers milk. | Η κόρη της θέλει κακάο το πρωί, αλλά ο γιος της προτιμά γάλα. |
the motivation | το κίνητρο |
My main motivation for Greek is to speak more comfortably in Greece. | Το βασικό μου κίνητρο για τα ελληνικά είναι να μιλάω πιο άνετα στην Ελλάδα. |
When I’m tired, I remember my motivation and continue a little longer. | Όταν είμαι κουρασμένος, θυμάμαι το κίνητρό μου και συνεχίζω λίγο ακόμα. |
The female guide said that the monument is more beautiful in the evening, when there are fewer people. | Η ξεναγός είπε ότι το μνημείο είναι πιο όμορφο το βράδυ, όταν έχει λιγότερο κόσμο. |
After the cocoa I’m not that hungry, but I’m still a little thirsty. | Μετά το κακάο δεν έχω τόση πείνα, αλλά έχω ακόμα λίγη δίψα. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io