| to be about to | κοντεύω |
| I’m about to be late, so I’m leaving the house now. | Κοντεύω να αργήσω, γι’ αυτό φεύγω τώρα από το σπίτι. |
| the duvet | το πάπλωμα |
| I’m about to fall asleep on top of the duvet, because I didn’t rest well yesterday. | Κοντεύω να κοιμηθώ πάνω στο πάπλωμα, γιατί δεν ξεκουράστηκα καλά χτες. |
| the coat | το πανωφόρι |
| My coat is on the coat rack behind the door. | Το πανωφόρι μου είναι στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα. |
| My friend almost forgets her coat every time she is in a hurry. | Η φίλη μου κοντεύει να ξεχάσει το πανωφόρι της κάθε φορά που βιάζεται. |
| to be close | κοντεύω |
| We are close to the airport, we will arrive in ten minutes. | Κοντεύουμε στο αεροδρόμιο, θα φτάσουμε σε δέκα λεπτά. |
| so | άρα |
| I don't have class today, so I can take a walk in the park. | Δεν έχω μάθημα σήμερα, άρα μπορώ να κάνω βόλτα στο πάρκο. |
| to panic | πανικοβάλλομαι |
| We’re almost there, so you don’t need to panic. | Κοντεύουμε να φτάσουμε, άρα δεν χρειάζεται να πανικοβάλλεσαι. |
| to wonder | απορώ |
| all | όλοι |
| Everyone is waiting at the bus stop because the bus is late. | Όλοι περιμένουν στη στάση γιατί το λεωφορείο αργεί. |
| I wonder why the meeting is taking so long, since we’re all here on time. | Απορώ γιατί η συνάντηση αργεί τόσο, αφού όλοι είμαστε εδώ στην ώρα μας. |
| indifferent | αδιάφορος |
| to be worried | ανησυχώ |
| I’m worried the bus might be late tomorrow morning. | Ανησυχώ μήπως αργήσει το λεωφορείο αύριο το πρωί. |
| I wonder how she can stay so indifferent when everyone else is worried. | Απορώ πώς μπορεί να μένει τόσο αδιάφορη, όταν όλοι οι άλλοι ανησυχούν. |
| to admire | θαυμάζω |
| I admire my teacher because she explains difficult things in a simple way. | Θαυμάζω τη δασκάλα μου, γιατί εξηγεί δύσκολα πράγματα με απλό τρόπο. |
| tender | τρυφερός |
| I like the tender way my grandmother speaks to the children, and I truly admire her for it. | Μου αρέσει ο τρυφερός τρόπος με τον οποίο η γιαγιά μου μιλάει στα παιδιά, και πραγματικά τη θαυμάζω γι’ αυτό. |
| to recognize | αναγνωρίζω |
| I recognize your voice immediately, even when you speak softly. | Αναγνωρίζω αμέσως τη φωνή σου, ακόμα κι όταν μιλάς χαμηλόφωνα. |
| From far away I don’t always recognize faces, but I can easily make out your red blazer. | Από μακριά δεν αναγνωρίζω πάντα τα πρόσωπα, αλλά το κόκκινο σακάκι σου το ξεχωρίζω εύκολα. |
| to crave | λαχταράω |
| When there is a heatwave, I crave cold water and a little shade. | Όταν έχει καύσωνα, λαχταράω κρύο νερό και λίγη σκιά. |
| the scent | το άρωμα |
| to remind of | θυμίζω |
| This smell reminds me of my grandmother’s kitchen. | Αυτή η μυρωδιά μου θυμίζει την κουζίνα της γιαγιάς μου. |
| In the summer I crave cold water, a little shade, and a light scent that reminds me of the sea. | Το καλοκαίρι λαχταράω κρύο νερό, λίγη σκιά και ένα ελαφρύ άρωμα που να θυμίζει θάλασσα. |
| to gaze at | χαζεύω |
| In the evening I gaze at the sea from the balcony. | Το βράδυ χαζεύω τη θάλασσα από το μπαλκόνι. |
| Sometimes I sit silently on the balcony and gaze at the street for a few minutes. | Καμιά φορά κάθομαι σιωπηλός στο μπαλκόνι και χαζεύω τον δρόμο για λίγα λεπτά. |
| to gaze | χαζεύω |
| When there is a breeze, I sit on the veranda and gaze at the horizon. | Όταν έχει αεράκι, κάθομαι στη βεράντα και χαζεύω τον ορίζοντα. |
| On the bus I often gaze out the window instead of constantly looking at my phone. | Στο λεωφορείο χαζεύω συχνά από το παράθυρο, αντί να κοιτάω συνέχεια το κινητό μου. |
| to support | υποστηρίζω |
| the collaboration | η συνεργασία |
| The collaboration with my new female colleague is very good and helps me at work. | Η συνεργασία με τη νέα συνεργάτιδά μου είναι πολύ καλή και με βοηθάει στη δουλειά. |
| I support this collaboration because I think it will help both teams. | Υποστηρίζω αυτή τη συνεργασία, γιατί νομίζω ότι θα βοηθήσει και τις δύο ομάδες. |
| the attitude | η στάση |
| Your positive attitude helps me when I am tired. | Η θετική στάση σου με βοηθάει όταν είμαι κουρασμένος. |
| I don’t like his indifferent attitude; he never supports anyone when there is a problem. | Δεν μου αρέσει η αδιάφορη στάση του· δεν υποστηρίζει ποτέ κανέναν όταν υπάρχει πρόβλημα. |
| to admit | παραδέχομαι |
| I admit that I made a mistake and that I should have answered earlier. | Παραδέχομαι ότι έκανα λάθος και ότι έπρεπε να είχα απαντήσει νωρίτερα. |
| My friend easily admits when she doesn’t know something, and I like that a lot. | Η φίλη μου παραδέχεται εύκολα όταν δεν ξέρει κάτι, και αυτό μου αρέσει πολύ. |
| to be surprised | ξαφνιάζομαι |
| the lipstick | το κραγιόν |
| to wear makeup | βάφομαι |
| I usually don't wear much makeup when I go to work. | Συνήθως δεν βάφομαι πολύ όταν πηγαίνω στη δουλειά. |
| I was surprised when I saw her with red lipstick, because she usually doesn’t wear makeup at all. | Ξαφνιάστηκα όταν την είδα με κόκκινο κραγιόν, γιατί συνήθως δεν βάφεται καθόλου. |
| their | του |
| Every student writes their name in their notebook. | Κάθε φοιτητής γράφει το όνομά του στο τετράδιό του. |
| I’m surprised every time the child speaks so clearly for their age. | Ξαφνιάζομαι κάθε φορά που το παιδί μιλάει τόσο καθαρά για την ηλικία του. |
| worried | ανήσυχος |
| When the bus is very late, I get worried but I try not to panic. | Όταν αργεί πολύ το λεωφορείο, γίνομαι ανήσυχος αλλά προσπαθώ να μην πανικοβάλλομαι. |
| Don’t panic if you don’t find the right room immediately; we’ll ask someone. | Μην πανικοβάλλεσαι αν δεν βρεις αμέσως τη σωστή αίθουσα· θα ρωτήσουμε κάποιον. |
| helpful | εξυπηρετικός |
| to suit | ταιριάζω |
| The beige coat goes well with the black shoes. | Το μπεζ παλτό ταιριάζει με τα μαύρα παπούτσια. |
| best | καλύτερα |
| Who speaks Greek best of all? | Ποιος μιλάει ελληνικά καλύτερα από όλους; |
| The saleswoman was very helpful and showed me which lipstick suits my skin best. | Η πωλήτρια ήταν πολύ εξυπηρετική και μου έδειξε ποιο κραγιόν ταιριάζει καλύτερα στο δέρμα μου. |
| At the hotel everyone was helpful, and the room had clean sheets and a nice scent. | Στο ξενοδοχείο ήταν όλοι εξυπηρετικοί, και το δωμάτιο είχε καθαρά σεντόνια και ωραίο άρωμα. |
| the preparation | η προετοιμασία |
| the draft | το προσχέδιο |
| For the preparation of the presentation, I first wrote a small draft and then gathered the basic notes. | Για την προετοιμασία της παρουσίασης έγραψα πρώτα ένα μικρό προσχέδιο και μετά μάζεψα τις βασικές σημειώσεις. |
| to gather | συγκεντρώνω |
| Good preparation helps me feel calmer, because that way I gather my thoughts before I speak. | Η καλή προετοιμασία με βοηθάει να νιώθω πιο ήρεμος, γιατί έτσι συγκεντρώνω τις σκέψεις μου πριν μιλήσω. |
| The draft isn’t perfect yet, but at least I’m no longer as worried as yesterday. | Το προσχέδιο δεν είναι τέλειο ακόμα, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι πια τόσο ανήσυχος όσο χτες. |
| When I make the bed, I first shake out the duvet and then gather the clothes that are on the chair. | Όταν στρώνω το κρεβάτι, τινάζω πρώτα το πάπλωμα και μετά συγκεντρώνω τα ρούχα που είναι πάνω στην καρέκλα. |
| to tell | διηγούμαι |
| the old days | τα παλιά |
| Sometimes my grandmother remembers the old days and smiles. | Μερικές φορές η γιαγιά μου θυμάται τα παλιά και χαμογελάει. |
| My grandfather often stays silent at first, but then he tells very nice stories from the old days. | Ο παππούς μου μένει συχνά σιωπηλός στην αρχή, αλλά μετά διηγείται πολύ ωραίες ιστορίες από τα παλιά. |
| My grandmother tells the same fairy tales in such a tender way that the children want to listen to them every evening. | Η γιαγιά μου διηγείται με τόσο τρυφερό τρόπο τα ίδια παραμύθια, που τα παιδιά θέλουν να τα ακούνε κάθε βράδυ. |