| Question | Answer |
|---|---|
the waking up | το ξύπνημα |
Waking up at six doesn’t please me, but it helps me go to work calmly. | Το ξύπνημα στις έξι δεν μου αρέσει, αλλά με βοηθάει να πηγαίνω ήρεμα στη δουλειά. |
the insomnia | η αϋπνία |
After two nights of insomnia, waking up in the morning is very difficult. | Μετά από αϋπνία δύο νυχτών, το πρωινό ξύπνημα είναι πολύ δύσκολο. |
the composure | η ψυχραιμία |
to get irritated | εκνευρίζομαι |
When the bus is late, I try to keep my composure and not get irritated. | Όταν αργεί το λεωφορείο, προσπαθώ να κρατάω την ψυχραιμία μου και να μην εκνευρίζομαι. |
My friend gets irritated easily by the traffic, but with a little composure she always finds a solution. | Η φίλη μου εκνευρίζεται εύκολα με την κίνηση, αλλά με λίγη ψυχραιμία βρίσκει πάντα λύση. |
the understanding | η κατανόηση |
I need a little understanding today, because I didn’t sleep well and I am tired. | Χρειάζομαι λίγη κατανόηση σήμερα, γιατί δεν κοιμήθηκα καλά και είμαι κουρασμένος. |
to respect | σέβομαι |
I respect him a lot, because he always shows understanding when someone makes a mistake. | Τον σέβομαι πολύ, επειδή πάντα δείχνει κατανόηση όταν κάποιος κάνει λάθος. |
I respect my new female coworker, because she listens carefully and always speaks calmly. | Σέβομαι τη νέα συνεργάτιδά μου, γιατί ακούει προσεκτικά και μιλάει πάντα ήρεμα. |
the female partner | η σύντροφος |
I talk with my partner when I am stressed, because she gives me courage. | Μιλάω με τη σύντροφό μου όταν έχω άγχος, γιατί μου δίνει κουράγιο. |
My partner is working late tonight, so we will eat together tomorrow. | Η σύντροφός μου δουλεύει αργά απόψε, οπότε θα φάμε μαζί αύριο. |
the partner | ο σύντροφος |
My partner helps me when I feel insecure. | Ο σύντροφός μου με βοηθάει όταν νιώθω ανασφαλής. |
Her partner is a calm person and helps her a lot when she is stressed. | Ο σύντροφός της είναι ήρεμος άνθρωπος και τη βοηθάει πολύ όταν έχει άγχος. |
the argument | ο τσακωμός |
to compromise | συμβιβάζομαι |
I usually compromise when we have a disagreement, because our relationship is more important. | Συνήθως συμβιβάζομαι όταν έχουμε διαφωνία, γιατί η σχέση μας είναι πιο σημαντική. |
I don’t want another argument over small things; it’s better for us to compromise and speak more calmly. | Δεν θέλω άλλον τσακωμό για μικρά πράγματα· καλύτερα να συμβιβαστούμε και να μιλήσουμε πιο ήρεμα. |
these days | αυτή την εποχή |
These days I try to sleep early, because I have a lot of work. | Αυτή την εποχή προσπαθώ να κοιμάμαι νωρίς, γιατί έχω πολλή δουλειά. |
the high prices | η ακρίβεια |
Because of the high prices at the supermarket, I buy fewer sweets. | Λόγω της ακρίβειας στο σούπερ μάρκετ, αγοράζω λιγότερα γλυκά. |
to sacrifice | θυσιάζω |
I do not want to sacrifice my health for work. | Δεν θέλω να θυσιάσω την υγεία μου για τη δουλειά. |
the quality | η ποιότητα |
The quality of the food at the restaurant is not as good as at home. | Η ποιότητα του φαγητού στο εστιατόριο δεν είναι τόσο καλή όσο στο σπίτι. |
These days high prices at the supermarket are a big problem, but I don’t want to sacrifice the quality of the food. | Αυτή την εποχή η ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ είναι μεγάλο πρόβλημα, αλλά δεν θέλω να θυσιάζω την ποιότητα του φαγητού. |
the variety | η ποικιλία |
Variety in diet is important for health. | Η ποικιλία στη διατροφή είναι σημαντική για την υγεία. |
I like variety in fruit, but I usually buy only what I need for two days. | Μου αρέσει η ποικιλία στα φρούτα, αλλά συνήθως αγοράζω μόνο όσα χρειάζομαι για δύο μέρες. |
to be worn out | ταλαιπωρούμαι |
This week I’m worn out by the traffic and a bit of insomnia, so I get tired more easily. | Αυτή την εβδομάδα ταλαιπωρούμαι από την κίνηση και από λίγη αϋπνία, γι’ αυτό κουράζομαι πιο εύκολα. |
My friend is worn out when the suburban train keeps changing its route. | Η φίλη μου ταλαιπωρείται όταν αλλάζει συνεχώς δρομολόγιο ο προαστιακός. |
to lose track of time | ξεχνιέμαι |
When I study late at night, I lose track of time and don’t look at the time at all. | Όταν διαβάζω αργά το βράδυ, ξεχνιέμαι και δεν κοιτάω καθόλου την ώρα. |
I lost track of time at the café while talking with a female fellow student, and I left very late. | Ξεχάστηκα στο καφέ μιλώντας με μια συμφοιτήτριά μου και έφυγα πολύ αργά. |
to intervene | παρεμβαίνω |
I do not intervene easily, but I intervene when there is danger. | Δεν παρεμβαίνω εύκολα, αλλά παρεμβαίνω όταν υπάρχει κίνδυνος. |
to talk | συζητώ |
I am discussing the problem at the office with my colleague. | Συζητάω με τη συνάδελφό μου για το πρόβλημα στο γραφείο. |
I don’t like to intervene when two people are talking calmly, but I intervene if the argument becomes big. | Δεν μου αρέσει να παρεμβαίνω όταν δύο άνθρωποι συζητούν ήρεμα, αλλά παρεμβαίνω αν ο τσακωμός γίνει μεγάλος. |
the cleanliness | η καθαριότητα |
Cleanliness in the kitchen is important to me, because without cleanliness I can’t cook comfortably. | Η καθαριότητα στην κουζίνα είναι σημαντική για μένα, γιατί χωρίς καθαριότητα δεν μπορώ να μαγειρέψω άνετα. |
the disruption | η αναστάτωση |
The disruption at home after the move was big, but with a little organization and cleanliness everything fell into place. | Η αναστάτωση στο σπίτι μετά τη μετακόμιση ήταν μεγάλη, αλλά με λίγη οργάνωση και καθαριότητα όλα μπήκαν στη θέση τους. |
the clarity | η σαφήνεια |
I need clarity in the instructions, otherwise I get confused and lose time. | Χρειάζομαι σαφήνεια στις οδηγίες, αλλιώς μπερδεύομαι και χάνω χρόνο. |
The teacher speaks with clarity, so even difficult grammar seems easier. | Η δασκάλα μιλάει με σαφήνεια, γι’ αυτό ακόμα και η δύσκολη γραμματική φαίνεται πιο εύκολη. |
There must be a lot of traffic now, because neither the bus nor the tram has arrived yet. | Πρέπει να έχει πολλή κίνηση τώρα, γιατί δεν έχει έρθει ακόμα ούτε το λεωφορείο ούτε το τραμ. |
must | πρέπει |
Maria must have stayed home, because she is answering neither messages nor the phone. | Η Μαρία πρέπει να έμεινε σπίτι, γιατί δεν απαντάει ούτε στα μηνύματα ούτε στο τηλέφωνο. |
I must have forgotten the folder at the office, because I can’t find it anywhere at home. | Πρέπει να ξέχασα το ντοσιέ στο γραφείο, γιατί δεν το βρίσκω πουθενά στο σπίτι. |
the man | ο κύριος |
The man who is talking with the doctor is tired. | Ο κύριος που μιλάει με τη γιατρό είναι κουρασμένος. |
such | τόσος |
The man next to us must be a professor, because he speaks with such clarity and patience. | Ο κύριος δίπλα μας πρέπει να είναι καθηγητής, γιατί μιλάει με τόση σαφήνεια και υπομονή. |
If I keep my composure and don’t get irritated easily, I can get done with work more quickly. | Αν κρατήσω την ψυχραιμία μου και δεν εκνευρίζομαι εύκολα, μπορώ να ξεμπερδέψω πιο γρήγορα με τη δουλειά. |
the partner | η σύντροφος |
My partner helps me keep my composure when I am stressed. | Η σύντροφός μου με βοηθάει να κρατάω την ψυχραιμία μου όταν έχω άγχος. |
At the end of the day, I want a calm conversation with my partner, a little understanding, and no disruption at all. | Στο τέλος της μέρας, θέλω μια ήρεμη συζήτηση με τη σύντροφό μου, λίγη κατανόηση και καθόλου αναστάτωση. |
the fuss | η φασαρία |
Don't make such a fuss over nothing. | Μην κάνεις τόση φασαρία για τίποτα. |
Such a fuss over a small problem? | Τόση φασαρία για ένα μικρό πρόβλημα; |
Your questions are stored by us to improve Elon.io