| Question | Answer |
|---|---|
lately | τελευταία |
Lately I drink less coffee because I don't sleep well. | Τελευταία πίνω λιγότερο καφέ γιατί δεν κοιμάμαι καλά. |
to stay up late | ξενυχτάω |
to yawn | χασμουριέμαι |
Lately I stay up late often, and so I keep yawning in the morning. | Τελευταία ξενυχτάω συχνά, κι έτσι το πρωί χασμουριέμαι συνέχεια. |
the staying up late | το ξενύχτι |
as if | λες και |
not even | ούτε καν |
This staying up late didn’t do me any good; I felt all day as if I hadn’t slept even one hour. | Αυτό το ξενύχτι δεν μου έκανε καλό· ένιωθα όλη μέρα λες και δεν είχα κοιμηθεί ούτε καν μία ώρα. |
anyway | πάντως |
the routine | η ρουτίνα |
Anyway, when I have a steady routine, I don’t stay up late and I work better. | Πάντως, όταν έχω σταθερή ρουτίνα, δεν ξενυχτάω και δουλεύω καλύτερα. |
definitely | οπωσδήποτε |
My routine changes on weekends, but I definitely want to sleep a little more, because otherwise I yawn all day. | Η ρουτίνα μου αλλάζει τα Σαββατοκύριακα, αλλά οπωσδήποτε θέλω να κοιμάμαι λίγο περισσότερο, γιατί αλλιώς χασμουριέμαι όλη μέρα. |
meanwhile | εντωμεταξύ |
rough | πρόχειρος |
I’m supposed to meet a female coworker at six, but meanwhile I have to finish a rough message. | Είναι να συναντηθώ με μια συνεργάτιδά μου στις έξι, αλλά εντωμεταξύ πρέπει να τελειώσω ένα πρόχειρο μήνυμα. |
to happen | τυχαίνω |
We were supposed to go for coffee after work, but it happened that I stayed longer at the office. | Ήταν να πάμε για καφέ μετά τη δουλειά, αλλά έτυχε να μείνω περισσότερο στο γραφείο. |
I don’t know whether she is supposed to come today or tomorrow, because it happens that she has many meetings this week. | Δεν ξέρω αν είναι να έρθει σήμερα ή αύριο, γιατί τυχαίνει να έχει πολλές συναντήσεις αυτή την εβδομάδα. |
to frequent | συχνάζω |
I frequent this café after work, because it is quiet. | Συχνάζω σε αυτό το καφέ μετά τη δουλειά, γιατί είναι ήσυχο. |
the place | το μέρος |
I like this place. | Μου αρέσει αυτό το μέρος. |
the waiter | ο σερβιτόρος |
the tablecloth | το τραπεζομάντιλο |
My friend doesn’t frequent noisy places; she prefers a small place with a calm waiter and a clean tablecloth. | Η φίλη μου δεν συχνάζει σε θορυβώδη μέρη· προτιμά ένα μικρό μαγαζί με ήρεμο σερβιτόρο και καθαρό τραπεζομάντιλο. |
the appetizer | ο μεζές |
the small plate | το πιατάκι |
We ordered a small appetizer, and the waiter also put out a clean small plate for the salad. | Παραγγείλαμε έναν μικρό μεζέ, και ο σερβιτόρος έβαλε κι ένα καθαρό πιατάκι για τη σαλάτα. |
The tablecloth was white, but the small plate had a small sauce stain on it. | Το τραπεζομάντιλο ήταν λευκό, αλλά το πιατάκι είχε έναν μικρό λεκέ από σάλτσα. |
the microwave | τα μικροκύματα |
I put the food in the microwave when I come back late from work. | Βάζω το φαγητό στα μικροκύματα όταν γυρίζω αργά από τη δουλειά. |
At home I heat the food in the microwave when I don’t have time to cook. | Στο σπίτι ζεσταίνω το φαγητό στα μικροκύματα, όταν δεν έχω χρόνο να μαγειρέψω. |
to turn on / open | ανοίγω |
I open the window a little when the kitchen smells bad. | Ανοίγω λίγο το παράθυρο όταν η κουζίνα μυρίζει άσχημα. |
the extractor hood | ο απορροφητήρας |
strongly | έντονα |
When I cook fish, I turn on the extractor hood because the kitchen smells strongly. | Όταν μαγειρεύω ψάρι, ανοίγω τον απορροφητήρα γιατί η κουζίνα μυρίζει έντονα. |
If I turn on the extractor hood and open the window at the same time, the kitchen doesn’t smell so strongly. | Αν ανοίξω τον απορροφητήρα και το παράθυρο μαζί, η κουζίνα δεν μυρίζει τόσο έντονα. |
the veranda | η βεράντα |
the horizon | ο ορίζοντας |
In the evening I go out onto the veranda and look at the horizon, because that calms me down. | Το βράδυ βγαίνω στη βεράντα και κοιτάω τον ορίζοντα, γιατί έτσι ηρεμώ. |
From the hotel veranda the sea was visible, and the horizon was full of clouds. | Από τη βεράντα του ξενοδοχείου φαινόταν η θάλασσα και ο ορίζοντας ήταν γεμάτος σύννεφα. |
to miss | νοσταλγώ |
especially | ιδίως |
I like to read in the evening, especially when the house is quiet. | Μου αρέσει να διαβάζω το βράδυ, ιδίως όταν το σπίτι είναι ήσυχο. |
Sometimes I miss my village, especially when I see rain over the mountain. | Μερικές φορές νοσταλγώ το χωριό μου, ιδίως όταν βλέπω βροχή πάνω από το βουνό. |
in the summers | τα καλοκαίρια |
In the summers we drink coffee on the veranda in the morning. | Τα καλοκαίρια πίνουμε καφέ στη βεράντα το πρωί. |
My grandmother says that she also misses the old yard, where she used to sit with my grandfather in the summers. | Η γιαγιά μου λέει ότι κι εκείνη νοσταλγεί την παλιά αυλή, όπου καθόταν με τον παππού μου τα καλοκαίρια. |
the draft | το σχέδιο |
I wrote a rough draft of the article and I will correct it tomorrow. | Έγραψα ένα πρόχειρο σχέδιο του άρθρου και θα το διορθώσω αύριο. |
When I am under pressure, I first write a rough draft and then correct it calmly. | Όταν είμαι πιεσμένος, γράφω πρώτα ένα πρόχειρο σχέδιο και μετά το διορθώνω ήρεμα. |
temporary | προσωρινός |
The change in the schedule is temporary. | Η αλλαγή στο πρόγραμμα είναι προσωρινή. |
This solution is only temporary, but for now it suits us. | Η λύση αυτή είναι μόνο προσωρινή, αλλά προς το παρόν μας βολεύει. |
to insist | επιμένω |
to get done | γίνομαι |
The work doesn’t get done easily without help. | Η δουλειά δεν γίνεται εύκολα χωρίς βοήθεια. |
Anyway, I don’t insist that everything be done today; it is enough for us to finish the most important things. | Πάντως, δεν επιμένω να γίνουν όλα σήμερα· αρκεί να τελειώσουμε τα πιο σημαντικά. |
to do overtime | κάνω υπερωρία |
Tonight I’m working overtime at the office, but tomorrow I have a day off. | Απόψε κάνω υπερωρία στο γραφείο, αλλά αύριο έχω ρεπό. |
The supervisor insisted that we send the report today, even though we had already done overtime. | Ο προϊστάμενος επέμεινε να στείλουμε την αναφορά σήμερα, παρόλο που είχαμε ήδη κάνει υπερωρία. |
to feel like | έχω όρεξη |
Tonight I feel like watching a comedy at home. | Απόψε έχω όρεξη να δω μια κωμωδία στο σπίτι. |
Meanwhile, my friend prepared a small appetizer at home, because we didn’t feel like going out. | Εντωμεταξύ, η φίλη μου ετοίμασε έναν μικρό μεζέ στο σπίτι, γιατί δεν είχαμε όρεξη να βγούμε έξω. |
I definitely want to finish this work today, so that I have a calmer evening. | Οπωσδήποτε θέλω να τελειώσω αυτή τη δουλειά σήμερα, για να έχω πιο ήσυχο βράδυ. |
It’s as if she didn’t hear me at all; she asked me the same question again. | Λες και δεν με άκουσε καθόλου, μου έκανε πάλι την ίδια ερώτηση. |
She was looking at me as if she were seeing something very strange, while I was simply holding a mug of coffee. | Με κοίταζε λες και έβλεπε κάτι πολύ περίεργο, ενώ εγώ απλώς κρατούσα μια κούπα καφέ. |
The line at the branch was so long, as if everyone had gone there at the same time. | Η ουρά στο υποκατάστημα ήταν τόσο μεγάλη, λες και όλοι είχαν πάει εκεί την ίδια ώρα. |
Today I don’t even have ten free minutes, so I’ll answer you later. | Σήμερα δεν έχω ούτε καν δέκα λεπτά ελεύθερα, γι’ αυτό θα σου απαντήσω αργότερα. |
I was so tired after staying up late that I didn’t even open the laptop when I got home. | Ήμουν τόσο κουρασμένος μετά από το ξενύχτι, που δεν άνοιξα ούτε καν το λάπτοπ όταν γύρισα σπίτι. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io