| Question | Answer |
|---|---|
price list | ο τιμοκατάλογος |
The price list is here. | Ο τιμοκατάλογος είναι εδώ. |
supply connection; utility service | η παροχή |
The supply connection works. | Η παροχή λειτουργεί. |
meter | ο μετρητής |
The meter is outside. | Ο μετρητής είναι έξω. |
meter reading | η ένδειξη |
The meter reading is correct. | Η ένδειξη είναι σωστή. |
The supply connection has a meter, and the reading is here. | Η παροχή έχει μετρητή και η ένδειξη είναι εδώ. |
meter measurement | η καταμέτρηση |
The meter measurement begins tomorrow. | Η καταμέτρηση αρχίζει αύριο. |
electricity consumption | η κατανάλωση |
Electricity consumption is high. | Η κατανάλωση είναι μεγάλη. |
kilowatt-hour | η κιλοβατώρα |
This is one kilowatt-hour. | Αυτή είναι μία κιλοβατώρα. |
The measurement shows consumption in kilowatt-hours. | Η καταμέτρηση δείχνει την κατανάλωση σε κιλοβατώρες. |
fixed charge | το πάγιο |
The fixed charge is small. | Το πάγιο είναι μικρό. |
reconciled; final (bill) | εκκαθαριστικός |
The final bill is here. | Ο εκκαθαριστικός λογαριασμός είναι εδώ. |
payable | πληρωτέος |
The bill is payable. | Ο λογαριασμός είναι πληρωτέος. |
The final bill shows the fixed charge and is payable. | Ο εκκαθαριστικός λογαριασμός δείχνει το πάγιο και είναι πληρωτέος. |
unpaid | ανεξόφλητος |
The bill is unpaid. | Ο λογαριασμός είναι ανεξόφλητος. |
overdue | ληξιπρόθεσμος |
The bill is overdue. | Ο λογαριασμός είναι ληξιπρόθεσμος. |
payment in full; settlement | η εξόφληση |
The payment in full is made online. | Η εξόφληση γίνεται ηλεκτρονικά. |
direct debit | η πάγια εντολή |
The direct debit works. | Η πάγια εντολή λειτουργεί. |
outstanding debt | η οφειλή |
The outstanding debt is large. | Η οφειλή είναι μεγάλη. |
The unpaid debt is now overdue. | Η ανεξόφλητη οφειλή είναι πλέον ληξιπρόθεσμη. |
arrangement; settlement (of a debt) | η ρύθμιση |
The debt arrangement helps. | Η ρύθμιση της οφειλής βοηθάει. |
Under the arrangement, settlement of the debt is made by direct debit. | Στη ρύθμιση, η εξόφληση της οφειλής γίνεται με πάγια εντολή. |
power cut; disconnection | η διακοπή |
There was a power cut. | Έγινε διακοπή ρεύματος. |
reconnection | η επανασύνδεση |
The reconnection will happen tomorrow. | Η επανασύνδεση θα γίνει αύριο. |
to dispute (a bill) | αμφισβητώ |
I dispute the charge. | Αμφισβητώ τη χρέωση. |
to pay off (a bill) | εξοφλώ |
I pay off the bill today. | Εξοφλώ τον λογαριασμό σήμερα. |
consumer | ο καταναλωτής |
The consumer asks for help. | Ο καταναλωτής ζητάει βοήθεια. |
electrification; provision of electric power | η ηλεκτροδότηση |
The electrification began. | Η ηλεκτροδότηση άρχισε. |
After the power cut and reconnection, the provision of electric power continues. | Μετά τη διακοπή και την επανασύνδεση, η ηλεκτροδότηση συνεχίζεται. |
surcharge | η προσαύξηση |
The surcharge appears here. | Η προσαύξηση φαίνεται εδώ. |
I dispute the surcharge, but I pay off the bill. | Αμφισβητώ την προσαύξηση, αλλά εξοφλώ τον λογαριασμό. |
electricity supplier | ο προμηθευτής |
The electricity supplier sent the bill. | Ο προμηθευτής έστειλε τον λογαριασμό. |
The consumer reads the supplier's price list. | Ο καταναλωτής διαβάζει τον τιμοκατάλογο του προμηθευτή. |
order; command | η διαταγή |
The order is here. | Η διαταγή είναι εδώ. |
The consumer reads the order. | Ο καταναλωτής διαβάζει τη διαταγή. |
mother | η μητέρα |
The mother pays off the bill. | Η μητέρα εξοφλεί τον λογαριασμό. |
The mother asks for help. | Η μητέρα ζητάει βοήθεια. |
effort; trouble | ο κόπος |
Paying in full takes a lot of effort. | Η εξόφληση θέλει πολύ κόπο. |
The repair needs effort. | Η επισκευή χρειάζεται κόπο. |
freedom | η ελευθερία |
Freedom is important. | Η ελευθερία είναι σημαντική. |
victim | το θύμα |
The victim wants freedom. | Το θύμα θέλει ελευθερία. |
council; board | το συμβούλιο |
The council reads the price list. | Το συμβούλιο διαβάζει τον τιμοκατάλογο. |
The council approves the order. | Το συμβούλιο εγκρίνει τη διαταγή. |
disaster; destruction | η καταστροφή |
The victim described the disaster. | Το θύμα περιέγραψε την καταστροφή. |
After the disaster, there was a power cut. | Μετά την καταστροφή έγινε διακοπή ρεύματος. |
The disaster happened today. | Η καταστροφή έγινε σήμερα. |
ghost | το φάντασμα |
The ghost is outside. | Το φάντασμα είναι έξω. |
The mother hears the ghost. | Η μητέρα ακούει το φάντασμα. |
The ghost is not here. | Το φάντασμα δεν είναι εδώ. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io
