| Question | Answer |
|---|---|
On the one hand I want it; on the other, it is expensive. | Από τη μία το θέλω, από την άλλη είναι ακριβό. |
It is nearby on the one hand, but expensive on the other. | Είναι από τη μία κοντά, από την άλλη ακριβό. |
the flea market; bazaar | το παζάρι |
The flea market is open today. | Το παζάρι είναι ανοιχτό σήμερα. |
second-hand; used | μεταχειρισμένος |
The shoe is second-hand. | Το παπούτσι είναι μεταχειρισμένο. |
the antique | η αντίκα |
The second-hand antique is old. | Η μεταχειρισμένη αντίκα είναι παλιά. |
the antique dealer | ο παλαιοπώλης |
the antique shop | το παλαιοπωλείο |
The antique dealer is waiting at the antique shop. | Ο παλαιοπώλης περιμένει στο παλαιοπωλείο. |
The antique dealer is at the antique shop in the flea market. | Ο παλαιοπώλης είναι στο παλαιοπωλείο, στο παζάρι. |
the street vendor | ο μικροπωλητής |
the collector | ο συλλέκτης |
The street vendor is talking to the collector. | Ο μικροπωλητής μιλάει με τον συλλέκτη. |
the collection | η συλλογή |
The collector checks the collection. | Ο συλλέκτης ελέγχει τη συλλογή. |
The collection is large. | Η συλλογή είναι μεγάλη. |
the vinyl record | ο δίσκος βινυλίου |
The vinyl record is old. | Ο δίσκος βινυλίου είναι παλιός. |
the record player | το πικάπ |
the porcelain | η πορσελάνη |
Porcelain is expensive. | Η πορσελάνη είναι ακριβή. |
the ceramic piece | το κεραμικό |
The ceramic piece is small. | Το κεραμικό είναι μικρό. |
brass (metal) | ο ορείχαλκος |
Brass is expensive. | Ο ορείχαλκος είναι ακριβός. |
handmade | χειροποίητος |
authentic | αυθεντικός |
The antique is authentic. | Η αντίκα είναι αυθεντική. |
It is expensive on the one hand, but authentic on the other. | Είναι από τη μία ακριβή, από την άλλη αυθεντική. |
the imitation | η απομίμηση |
The porcelain imitation is cheap. | Η απομίμηση πορσελάνης είναι φθηνή. |
the find; discovery | το εύρημα |
The find is interesting. | Το εύρημα είναι ενδιαφέρον. |
On the one hand it is a find; on the other, an imitation. | Από τη μία είναι εύρημα, από την άλλη απομίμηση. |
to haggle; bargain | παζαρεύω |
I haggle over the price. | Παζαρεύω την τιμή. |
On the one hand the street vendor smiles; on the other, they do not haggle. | Ο μικροπωλητής από τη μία χαμογελά, από την άλλη δεν παζαρεύει. |
the rust | η σκουριά |
The record player has rust but works. | Το πικάπ έχει σκουριά αλλά λειτουργεί. |
The rust is visible. | Η σκουριά φαίνεται. |
cracked | ραγισμένος |
The ceramic piece is cracked. | Το κεραμικό είναι ραγισμένο. |
the dinner set | το σερβίτσιο |
The dinner set is expensive. | Το σερβίτσιο είναι ακριβό. |
the figurine | το αγαλματάκι |
The figurine is handmade. | Το αγαλματάκι είναι χειροποίητο. |
The figurine is small. | Το αγαλματάκι είναι μικρό. |
worn; deteriorated | φθαρμένος |
The vinyl record is worn. | Ο δίσκος βινυλίου είναι φθαρμένος. |
except that; only | μόνο που |
The record player works, except that it has a worn vinyl record. | Το πικάπ λειτουργεί, μόνο που έχει φθαρμένο δίσκο βινυλίου. |
The antique is made of brass, except that it is worn. | Η αντίκα είναι από ορείχαλκο, μόνο που είναι φθαρμένη. |
The dinner set is handmade, except that it has a cracked ceramic piece. | Το σερβίτσιο είναι χειροποίητο, μόνο που έχει ραγισμένο κεραμικό. |
I will buy it, except that I must haggle. | Θα το αγοράσω, μόνο που πρέπει να παζαρέψω. |
award; prize | το βραβείο |
The award is important. | Το βραβείο είναι σημαντικό. |
She won the award. | Κέρδισε το βραβείο. |
excuse | η δικαιολογία |
The excuse is not good. | Η δικαιολογία δεν είναι καλή. |
I do not believe the excuse. | Δεν πιστεύω τη δικαιολογία. |
midnight | τα μεσάνυχτα |
It is midnight. | Είναι μεσάνυχτα. |
I returned at midnight. | Γύρισα τα μεσάνυχτα. |
tattoo | το τατουάζ |
The tattoo is small. | Το τατουάζ είναι μικρό. |
He has a new tattoo. | Έχει καινούριο τατουάζ. |
frightening; scary | τρομακτικός |
The movie is frightening. | Η ταινία είναι τρομακτική. |
The sound was frightening. | Ο ήχος ήταν τρομακτικός. |
society | η κοινωνία |
Society is changing. | Η κοινωνία αλλάζει. |
Society has problems. | Η κοινωνία έχει προβλήματα. |
crew | το πλήρωμα |
The crew is ready. | Το πλήρωμα είναι έτοιμο. |
The crew arrives tomorrow. | Το πλήρωμα φτάνει αύριο. |
visit | η επίσκεψη |
The visit was short. | Η επίσκεψη ήταν σύντομη. |
The doctor's visit is tomorrow. | Η επίσκεψη του γιατρού είναι αύριο. |
Your questions are stored by us to improve Elon.io
