Elon.io logoELON.IO

Μαθήματα Τουρκικών (Ελληνικά)

işlemek

View all lessons View all vocabulary
Wordişlemek
Meaning1. ενεργώ, κάνω, 2. επεξεργάζομαι, 3. βάζω σε λειτουργία
Part of speech
Pronunciation